Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2024

Μνήμη Πατριάρχου πρώην Ιεροσολύμων Ειρηναίου




Αρχιμ. Τιμοθέου Ηλιάκη : Μνήμη Πατριάρχου πρ. Ιεροσολύμων Ειρηναίου.
Ήταν 10 του μηνός Ιανουαρίου του 2023, λίγες ημέρες μετά τις χαρμόσυνες του Αγίου Δωδεκαημέρου της Χριστιανοσύνης εορτές, όταν ο Αρχηγός της Ζωής και του θανάτου ο εναθρωπήσας Κύριος, κάλεσε κοντά Του τον πιστό και αγαθό δούλο Του, τον μακαριστό  Πατριάρχη Ειρηναίο για να τον αναπαύσει εν Χώρα ζώντων, να του απαλύνει τον πόνο και να τον ξεκουράσει στην αγκαλιά του Αβραάμ. Ο Πατριάρχης πρ. Ιεροσολύμων Ειρηναίος, ο πολύπαθος, καλοκάγαθος, αγιασμένος από τον μεγάλο Σταυρό που σήκωσε πέταξε στους Ουρανούς. Άντεξε με Ιώβειο υπομονή και γενναιότητα την κακία των ανθρώπων και μάλιστα αυτών που έβγαλε από την αφάνεια και ευεργέτησε, ευλογούσε τους πάντες δεν αγανάκτησε ποτέ. Στις Ι0 Ιανουαρίου 2023 έπεσε η Βασιλική δρυς χτυπημένη από τις θύελλες και τους ανέμους της μικροψυχίας των ανθρώπων.  Την ίδια ημέρα συνταξιδιώτης του Πατριάρχη στους Ουρανούς και ένας Βασιλιάς ο Κωνσταντίνος της Ελλάδος. Μακριά από τους Θρόνους τους και οι δύο ζούσαν με την προσμονή της δικαιώσεως τους από τον Δικαιοκρίτη Κύριο. Ένας Βασιλιάς και ένας Πατριάρχης μπροστά στον Θρόνο του Θεού χωρίς διάσημα και τίτλους μόνο με τα έργα τους προσβλέπουν πλέον στη Δίκαια Κρίση Του για τη σωτηρία της Ψυχής τους. Ένας Πατριάρχης κι ένας Βασιλιάς μπροστά στην Ιστορία που θα έχει και τον τελευταίο λόγο για την πορεία της επίγειας ζωής τους, τα έργα και τις ημέρες τους. 
Ο μακαριστός Πατριάρχης Ειρηναίος, κατά κόσμο Εμμανουήλ Σκοπελίτης, γεννήθηκε στη Σάμο στις 17 Απριλίου του 1939, σε ηλικία μόλις 13 ετών, το 1953, πήγε στα Ιεροσόλυμα. Εκάρη Μοναχός υπό του μακαριστού Πατριάρχου Βενεδίκτου το 1959 μετονομασθείς Ειρηναίος. Διάκονος χειροτονήθηκε το 1959 και διετέλεσε Αρχιδιάκονος  των Πατριαρχείων. Το 1965 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος. Αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή Αθηνών το 1966 και την ίδια χρονιά του δόθηκε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Στις 29 Μαρτίου 1981 χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος Ιεραπόλεως. Διετέλεσε Έξαρχος του Παναγίου Τάφου στην Αθήνα από το 1979 μέχρι το 2001. Το 1994 προήχθη σε Μητροπολίτη. Στις 13 Αυγούστου 2001 εξελέγη Πατριάρχης της Αγίας Πόλεως Ιερουσαλήμ και πάσης Παλαιστίνης, σε διαδοχή του αειμνήστου Πατριάρχη Διοδώρου και ενθρονίστηκε στις 13 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους παρουσία του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου, του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστόδουλου, του Αρχιεπισκόπου Τσεχίας Νικολάου  και Εκπροσώπων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και όλων των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών. καθώς και της Παλαιστινιακής Αρχής.. Η Πατριαρχία του Ειρηναίου ξεκίνησε μεν με ευχές και προσδοκίες συνάντησε δε πολλές δυσκολίες και προβλήματα με αφετηρία την καθυστέρηση της αναγνωρίσεως του από το Κράτος του Ισραήλ, την άσχημη οικονομική κατάσταση του Πατριαρχείου ενδεικτικό της οποίας ήταν το γεγονός ότι για τα έξοδα της ενθρονίσεως συνέβαλλαν η Ελληνική Κυβέρνηση δια του ΥΠΕΞ και ο μακαριστός  Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, καθώς και η αρνητική μέχρι εχθρική στάση ορισμένων από τους αντιπάλους του στη διαδοχή. Παραταύτα ο Πατριάρχης δούλεψε με όλες τις δυνάμεις του για την βελτίωση των συνθηκών που επικρατούσαν στο Πατριαρχείο που παιδιόθεν αγάπησε και των ιερών δικαιωμάτων της Σιωνίτιδος Εκκλησίας στην Αγία Γη, ενώ ανύψωσε τις σχέσεις του Πατριαρχείου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος. Αγκάλιασε το πονεμένο Ποίμνιο του ενώ παράλληλα φρόντισε για την Ελληνική Κοινότητα των Ιεροσολύμων Έβλεπε τα ιερά Προσκυνήματα σαν προέκταση της Ελλάδος στη Αγία Γη  και το όραμά του ήταν να διακονούνται αυτά μόνο από Έλληνες Πατέρες. Δεν υπήρξε ασφαλώς αλάνθαστος μα ούτε και καταχραστής. Υπήρξε θύμα της πολλής του αγάπης, της αγαθότητας και της ανεκτικότητας του. Ο Πατριάρχης Ειρηναίος ήταν αθώος, κανένα δικαστήριο δεν τον καταδίκασε ποτέ. «Έχω τη συνείδησή μου ήσυχη», είχε πει σε συνέντευξη του στη δημοσιογράφο Μαρία Γιαχνάκη μεσούσης της κρίσης που είχε ξεσπάσει και των άδικων συκοφαντιών εναντίον του με στόχο την απομάκρυνσή του από τον θρόνο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, που με μεθόδους KGB είχαν υφάνει οι αντίπαλοί του, που πέτυχαν τελικά τη ανατροπή του βοηθούμενοι από "ευλαβέστατους", από το ευ λαμβάνω, 'Ελληνες "δημοσιογράφους", επίορκους δικηγόρους και ορισμένους ανεύθυνους πολιτικούς, αλλά ευτυχώς δεν πέτυχαν την κατάληψη του Θρόνου του, άλλος που δεν είχε καμία σχέση με την σκευωρία αντ αυτών αναδείχθηκε, ενώ σε ερώτηση πως κατάφερε να ανταπεξέλθει απάντησε λακωνικά: «Με προσευχή». Σε άλλο σημείο της συνέντευξή του όταν ρωτήθηκε εάν είναι πληγωμένος είπε ότι: «Δεν πλήγωσαν εμένα αλλά το Πατριαρχείο μας». Ο μακαριστός Πατριάρχης Ειρηναίος έφυγε πικραμένος μεν αλλά δικαιωμένος από την παρούσα ζωή. Η ζεστή αγκαλιά του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ.  Ιερωνύμου που τον φιλοξένησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του και που για μια ακόμα φορά τον ευχαριστούμε όλοι όσοι αγαπήσαμε τον Ειρηναίο, η αποκατάσταση του στην Αρχιερωσύνη, η αγαπητική, αδελφική επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου στο ταπεινό κελί του στα Ιεροσόλυμα όπου έζησε "μόνος  μόνω τω Θεώ", η επίσκεψη του αδελφικού του φίλου, Πάπα και Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ. Θεοδώρου στο ευαγές καθίδρυμα όπου νοσηλευόταν μερίμνη του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, προς τον οποίον μάλιστα εξέφρασε τον δίκαιον έπαινο για τα εμπράκτως εκδηλωθέντα φιλόστοργα αισθήματά του προς τον κοιμηθέντα Πρωθιεράρχη,η συμπαράσταση πολλών Αρχιερέων και Κληρικών από την Ελλάδα και το εξωτερικό, η φροντίδα των πνευματικών του παιδιών, η θαλπωρή των συγγενικών του προσώπων, η αγάπη και ο σεβασμός πολλών Αγιοταφιτών Πατέρων ήταν μια μεγάλη δικαίωση που δρόσισε τα πικραμένα του χείλη. Η εξόδιος Ακολουθία και η ταφή του έγιναν όπως αρμόζει σε Πατριάρχη πάλι με την μέριμνα του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, της Ελληνικής Κυβέρνησης αλλά και του πολιού Μητροπολίτου Σάμου και Ικαρίας κ. Ευσεβίου που τον πήρε κοντά του στην πατρώα γη της Σάμου για να αναπαυθεί στα ιερά χώματα της Ιεράς Μονής του Τιμίου Σταυρού απ όπου ξεκίνησε την πορεία του μέσα στην Εκκλησία. Μιλώντας κατά την εξόδιο Ακολουθία του μακαριστού Πατριάρχου, ο Μητροπολίτης Σάμου σκιαγράφησε γλαφυρά την προσωπικότητα και το ήθος του εκλιπόντος λέγοντας ανάμεσα σε άλλα.«…Διατρέχοντες ἐν συντόμῳ τήν ὅλην του βιοτήν θά μπορούσαμε νά εἴπωμεν ὅτι ὑπῆρξε προσηλωμένος εἰς τίς ἀρχές καί τά ἑλληνορθόδοξα ἰδεώδη τῆς ἀμωμήτου πίστεώς μας. Ἐργάσθηκε φιλοπόνως ἔργοις καί λόγοις διά τήν Ἁγίαν μας Ἐκκλησίαν τήν Ὁποίαν διῃκόνησε μεθ’ ἱεροῦ ζήλου, συνεπείας ὑποδειγματικῆς, θαυμαστῆς μακροθυμίας, ἀκαταβλήτου ὑπομονῆς καί παραδοσιακῆς ἑλληνορθόδοξης ἀρχοντιᾶς. Ὑπῆρξε πάντοτε εὐγενής καί εὐπροσήγορος, εὐχερῶς διακρινόμενος διά τήν εὐρυμάθειαν καί τήν καλοδύνην του, καταδεκτικός καί φιλόξενος καί συνελόντι εἰπεῖν ἠνάλωσεν ἑαυτόν εἰς τήν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου, διακονῶν μέχρις ἐσχάτων τήν Ἐκκλησίαν, ὡς σῶμα Χριστοῦ καί ἀναδεχόμενος ἀγογγύστως τόν σταυρόν, ὅν ὁ Κύριος ἐπέτρεπε νά σηκώνει ἑκάστοτε. Ἀφορμήθη ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Διηκόνησε εἰς τούς Ἁγίους τόπους, ὑπό τήν σκέπην τοῦ φρικτοῦ Γολγοθᾶ. Ἐβίωσε τό σταυρικόν φρόνημα. Καί ἀναπαυθείς ἐν Κυρίῳ εἰς τόν Τίμιον Σταυρόν ἐπιστρέφει….Μακαριώτατε Πάτερ καί Δέσποτα καί μακαριστέ Πατριάρχα, ἠγαπημένε ἐν Κυρίῳ Ἀδελφέ καί Συμπατριῶτα, λαβών εὐχαρίστως τήν μεγίστην τιμήν καί εὐλογίαν ἵνα ἐκπροσωπήσω τήν Α.Μ., τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Ἱερώνυμον καί τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τῶν Ὁποίων τήν στοργήν καί ἔμπρακτον ἀγάπην ἀπῃύλασες κατά τά τελευταία τέσσαρα ἔτη τῆς δοκιμασίας τῆς ὑγείας σου, μεταφέρω τήν μύχιον εὐχήν Τους εἰς τήν ἐξόδιον ὑπέρ τῆς Μακαριότητός Σου τελουμένην ἀκολουθίαν ταύτην, ἐν τῇ πεφιλημένῃ γενετείρᾳ, ὅπως Κύριος ὁ Θεός τάξῃ τήν μακαρίαν Σου ψυχήν ἐν τῇ χώρᾳ τῶν Ζώντων, ἐν σκηναῖς Ἁγίων καί Δικαίων, τό δέ πολύαθλον σῶμα σου ἀναπαύσῃ ἀπό τῶν κόπων καί τῶν πόνων, ἐκ τῶν πολλῶν καί ποικίλων ἀγώνων καί δοκιμασιῶν τῆς ὀγδοντατετράχρονης ζωῆς καί διακονίας Σου εἰς τό Σῶμα του Χριστοῦ, ἀνταποδίδων σοί πολλαπλασίως ἀνθ’ ᾦν προσήνεγκας τῇ Ἐκκλησίᾳ καί τῇ Πατρίδι, ὡς πολλά ὑπέρ αὐτῶν μογήσαντι…»
Εἰρηναίου τοῦ Θειοτάτου τέ καί Μακαριωτάτου Πατριάρχου
Αἰωνία ἡ μνήμη!"















































 

 

















Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2023

Πατριαρχική Απόδειξις επί τοις Χριστουγέννοις (2023)

                                              


                                                   + Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ  

                                           ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ 

ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

Τιμιώτατοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί Ἱεράρχαι καί πεφιλημένα τέκνα,

Ἄνωθεν εὐδοκίᾳ ἑορτάζομεν καί ἐφέτος ἐν ψαλμοῖς καί ὕμνοις καί ᾠδαῖς πνευματικαῖς τήν κατά σάρκα Γέννησιν τοῦ προαιωνίου Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, τήν φανέρωσιν δηλονότι τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου. Κατά τόν Ἅγιον Νικόλαον Καβάσιλαν, τά τελούμενα εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν εἶναι «τῆς ἐνανθρω-πήσεως τοῦ Κυρίου μυσταγωγία», τό δέ ἐν τοῖς προοιμίοις αὐτῆς δοξολογικόν «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» μαρτυρεῖ «ὅτι διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου πρῶτον ἐμάνθανον οἱ ἄνθρωποι ὡς εἴη τρία πρόσωπα ὁ Θεός» [1]. Ὁ ἱερός πατήρ διακηρύττει ὅτι ὁ Κύριος καί  Σωτήρ ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός «τόν ἀληθινόν ἄνθρωπον καί τέλειον καί τρόπων καί ζωῆς καί τῶν ἄλλων ἕνεκα πάντων πρῶτος καί μόνος ἔδειξεν» [2].

Ἡ πρόσληψις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ καί ἡ διάνοιξις τῆς ὁδοῦ τῆς κατά χάριν θεώσεως εἰς τόν ἄνθρωπον προσδίδουν εἰς αὐτόν ἀνυπέρβλητον ἀξίαν. Ἡ λήθη αὐτῆς τῆς ἀληθείας ὁδηγεῖ εἰς μείωσιν τοῦ σεβασμοῦ πρός τό ἀνθρώπινον πρόσωπον. Ἡ ἄρνησις τοῦ ὑψηλοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου ὄχι μόνον δέν τόν ἀπελευθερώνει, ἀλλά ὁδηγεῖ εἰς ποικίλας συρρικνώσεις καί διχασμούς. Ἄνευ συνειδήσεως τῆς θείας προελεύσεώς του καί τῆς ἐλπίδος τῆς αἰωνιότητος, ὁ ἄνθρωπος δυσκολεύεται νά παραμείνῃ ἀνθρώπινος, ἀδυνατεῖ νά διαχειρισθῇ τάς ἀντιφάσεις τῆς «ἀνθρωπίνης καταστάσεως».

Ἡ χριστιανική κατανόησις τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως προσφέρει λύσιν τῶν προβλημάτων, τά ὁποῖα δημιουργοῦν ἡ βία, ὁ πόλεμος καί ἡ ἀδικία εἰς τόν κόσμον μας. Ὁ σεβασμός τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ἡ εἰρήνη καί ἡ δικαιοσύνη εἶναι δῶρον τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐγκαθίδρυσις ὅμως τῆς κομισθείσης ὑπό τοῦ Χριστοῦ εἰρήνης ἀπαιτεῖ συμμετοχήν καί συνεργίαν τῶν ἀνθρώπων. Ἡ χριστιανική τοποθέτησις εἰς τό θέμα τοῦ ἀγῶνος διά τήν εἰρήνην συγκροτεῖται διά τῶν λόγων τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εὐαγγελίζεται τήν εἰρήνην, χαιρετᾷ μέ τό «Εἰρήνη ὑμῖν» καί παροτρύνει τούς ἀνθρώπους νά ἀγαποῦν τούς ἐχθρούς των [3]. Ἡ ἐν Χριστῷ ἀποκάλυψις χαρακτη-ρίζεται ὡς «εὐαγγέλιον τῆς εἰρήνης» [4]. Αὐτό σημαίνει ὅτι δι᾿ ἡμᾶς τούς Χριστιανούς, ἡ ὁδός πρός τήν εἰρήνην εἶναι ἡ εἰρήνη, ὅτι ἡ μή βία, ὁ διάλογος, ἡ ἀγάπη, ἡ συγχώρησις καί ἡ καταλλαγή ἔχουν προτεραιότητα ἀπέναντι εἰς ἄλλας μορφάς ἐπιλύσεως διαφορῶν. Μέ σαφήνειαν περιγράφεται η θεολογία τῆς εἰρήνης εἰς τό κείμενον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου «”Ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς”. Τό κοινωνικό ἦθος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» (2020): «Τίποτε δέν ἀντιτίθεται περισσότερο στό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά τά πλάσματά Του πού ἔχουν δημιουργηθεῖ κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾽ὁμοίωσή Του, ἀπό τή βία πού ἀσκεῖται ἐναντίον τοῦ πλησίον… Μποροῦμε ὀρθά νά ἰσχυριστοῦμε ὅτι ἡ βία ἀποτελεῖ τήν κατ᾿ ἐξοχήν ἁμαρτία. Πρόκειται γιά τήν τέλεια ἀντίθεση μεταξύ τῆς κτιστῆς μας φύσης καί τῆς ὑπερφυσικῆς μας κλήσης πρός ἀναζήτηση τῆς ἀγαπητικῆς ἕνωσης μέ τόν Θεό καί τόν πλησίον μας… Ἡ εἰρήνη ἀποτελεῖ μία πραγματική ἀποκάλυψη τῆς βαθύτερης πραγματικότητας τῆς δημιουρ-γίας σύμφωνα πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, καί τῆς μορφῆς ὅπως τήν σχεδίασε Ἐκεῖνος κατά τίς αἰώνιες βουλές Του»[5].

Ἡ εἰρήνη δέν εἶναι δεδομένη καί αὐτονόητος, ἀλλά χρέος, κατόρθωμα, διαρκής μέριμνα καί ἀδιάκοπος ἀγών διά τήν διατήρησίν της. Δέν ὑπάρχουν αὐτοματισμοί καί μόνιμοι συνταγαί. Ἀπέναντι εἰς τάς ἑκάστοτε ἀπειλάς τῆς εἰρήνης ἀπαιτεῖται ἐγρήγορσις, βούλησις διά λύσιν τῶν προβλημάτων διά μέσου τοῦ διαλόγου. Οἱ μεγάλοι ἥρωες τῆς πολιτικῆς εἶναι οἱ ἀγωνισταί τῆς εἰρήνης. Ἡμεῖς συνεχίζομεν νά τονίζωμεν τόν εἰρηνοποιητικόν ρόλον τῶν θρησκειῶν, εἰς μίαν ἐποχήν κατά τήν ὁποίαν ἀσκεῖται κριτική εἰς τάς θρησκείας, ἐπειδή, ἀντί νά ἀναδεικνύωνται δυνάμεις εἰρἠνης, ἀλληλεγγύης καί καταλλαγῆς, τροφοδοτοῦν τόν φανατισμόν καί τήν βίαν «ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ: Πρόκειται περί ἀλλοτριώσεως τῆς θρησκευτικῆς πίστεως καί ὄχι περί συμφυοῦς μέ αὐτήν φαινομένου. Ἡ γνησία πίστις εἰς τόν Θεόν εἶναι ὁ αὐστηρότερος κριτής τοῦ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ. Αἱ θρησκεῖαι εἶναι οἱ φυσικοί σύμμαχοι ὅλων τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται διά τήν εἰρήνην, τήν δικαιοσύνην καί τήν προστασίαν τῆς κτίσεως ἀπό τήν ἀνθρωπογενῆ καταστροφήν. 

Ἡ ἀνθρωπότης τιμᾷ ἐφέτος τήν 75ην ἐπέτειον τῆς Οἰκουμενικῆς Διακηρύξεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου (10 Δεκεμβρίου 1948), ἡ ὁποία ἀποτελεῖ σύνοψιν τῶν θεμελιωδῶν ἀνθρωπιστικῶν ἰδεωδῶν καί ἀξιῶν, «τό κοινόν ἰδανικόν, εἰς τό ὁποῖον πρέπει νά κατατείνουν ὅλοι οἱ λαοί καί ὅλα τά ἔθνη». Τά δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, κεντρικόν σημεῖον ἀναφορᾶς τῶν ὁποίων εἶναι ἡ προστασία τῆς ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας καί τῶν ἀτομικῶν, κοινωνικῶν, πολιτισμικῶν, οἰκονομικῶν καί περι-βαλλοντικῶν ὅρων της, κατανοοῦνται εἰς τήν ἀρχικήν δυναμικήν των, ἐάν ἀναγνωρισθοῦν ὡς θεμέλιον καί κριτήριον τῆς παγκοσμίου εἰρήνης, τήν ὁποίαν συνδέουν μέ τήν ἐλευθερίαν καί τήν δικαιοσύνην. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, τό μέλλον τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς εἰρήνης συνδέεται καί μέ τήν συμβολήν τῶν θρησκειῶν εἰς τήν ὑπόθεσιν τοῦ σεβασμοῦ καί τῆς πραγματώσεώς των.

Μέ τοιαύτας σκέψεις καί ἑόρτια αἰσθήματα, ἐν πλήρει βεβαιότητι ὅτι ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας καθ᾿ ἑαυτήν ἀποτελεῖ ἀντίστασιν εἰς τόν ἀπανθρωπισμόν, ἀπό ὅπου καί ἄν αὐτός προέρχεται, καλοῦντες πάντας ὑμᾶς εἰς τόν καλόν ἀγῶνα τῆς οἰκοδομῆς ἑνός πολιτισμοῦ εἰρήνης καί καταλλαγῆς, εἰς τόν ὁποῖον ὁ ἄνθρωπος θά βλέπῃ εἰς τό πρόσωπον τοῦ συνανθρώπου του τόν ἀδελφόν καί τόν φίλον καί ὄχι τόν ἐπίβουλον καί τόν ἐχθρόν, καί ὑπενθυμίζοντες εἰς ὑμᾶς πάντας, ἀδελφοί καί τέκνα, ὅτι τά Χριστούγεννα εἶναι καιρός αὐτογνωσίας καί εὐχαριστίας, ἀποκαλύψεως τῆς διαφορᾶς μεταξύ Θεανθρώπου καί «ἀνθρωποθεοῦ», συνειδητοποιήσεως τοῦ «μεγά-λου θαύματος» τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας καί τῆς ἰάσεως τοῦ «μεγάλου τραύματος» τῆς ἀλλοτριώσεως ἀπό τόν Θεόν, κλίνομεν εὐλαβῶς τό γόνυ ἐνώπιον τῆς κρατούσης ἐν ταῖς ἀγκάλαις αὐτῆς τόν σαρκωθέντα Λόγον Θεομήτορος Μαριάμ, μεταφέροντες δέ πρός ὑμᾶς τήν εὐλογίαν τῆς Μητρός Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, εὐχόμεθα αἴσιον, ὑγιηρόν, εὔκαρπον, εἰρηνικόν καί εὐφρόσυνον τόν ἐπερχόμενον νέον ἐνιαυτόν τῆς χρηστότητος τοῦ Κυρίου.

Χριστούγεννα ‚βκγ’

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως

διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν


1. Εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν, ΙΒ’, PG 150, 392D.

2. Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ΣΤ΄, PG 150, 680C.

3. Βλ. Ματθ, ε’, 44.4. Ἐφεσ. στ’, 15.

5. § 42, 43 καί 44.

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Ανακοίνωση από το Φανάρι για την δήλωση ρωσικών υπηρεσιών κατά του Οικουμενικού Πατριάρχου

   Η Μήτηρ Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως – Μήτηρ και αυτής της Εκκλησίας της Ρωσσίας – εκφράζει τη βαθύτατη θλίψη της για τη νέα ρωσσική επίθ...