Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Η Τιμή των Αγίων Λειψάνων στην Ορθόδοξη Εκκλησία

  


Από  την Δογματική του Π.Ν. Τρεμπέλα (στη νέα ελληνική γλώσσα).  

1)   Η τιμή προς τους μάρτυρες και τους αγίους εκδηλώθηκε ιδιαιτέρως στα λείψανά τους και σε οποιαδήποτε αντικείμενα ή είδη ρούχων που χρησιμοποιήθηκαν από αυτούς.

Έτσι αναφέρεται στο Μαρτύριο του Πολυκάρπου, ότι ο ιερός αυτός άνδρας ανέβαλε να βγάλει τα ρούχα του μέχρι τη στιγμή, κατά την οποία ετοιμάστηκε η φωτιά που επρόκειτο να τον δεχτεί, αποφεύγοντας να πράξει αυτό πιο πριν «επειδή πάντοτε καθένας από τους πιστούς βιαζόταν, ποιος θα ακουμπήσει γρηγορότερα το σώμα του». Όταν λοιπόν το τίμιο σώμα του μάρτυρα κάηκε τελείως, οι πιστοί μάζεψαν «τα τιμιότερα και από πολύτιμους λίθους και δοκιμασμένα περισσότερο από χρυσάφι οστά του και τα απόθεσαν όπου ήταν φυσικό», έτσι ώστε συναθροιζόμενοι κατά την επέτειο του θανάτου του να επιτελούν «τη γενέθλια ημέρα του μαρτυρίου του».

Για τον Ιγνάτιο το Θεοφόρο επίσης εξιστορείται ότι όταν ρίχτηκε για τροφή στα θηρία, «μόνο τα πιο σκληρά από τα άγια λείψανά του απέμειναν, τα οποία μεταφέρθηκαν στην Αντιόχεια και κατατέθηκαν σε λινό (=λειψανοθήκη κατασκευασμένη από λινάρι), θησαυρός ανεκτίμητος».

Και σύμφωνα με την μαρτυρία του Χρυσοστόμου τα άγια αυτά λείψανα τα δέχτηκαν οι Αντιοχείς «με στεφάνια», και όχι μόνο αυτοί, «αλλά και όλες οι ενδιάμεσες πόλεις από τη Ρώμη» μέχρι την Αντιόχεια «προέπεμπαν εγκωμιάζοντας τον στεφανωμένο, ανυμνώντας τον αγωνοθέτη, περιγελώντας τον διάβολο».

Από την άλλη ο μεν Ευσέβιος μάς πληροφορεί ότι τον του Αδελφοθέου «Ιακώβου θρόνο» φύλαγαν με επιμέλεια οι διάδοχοί του, αποδεικνύοντας έτσι «τι σεβασμό διατηρούσαν και διατηρούν οι παλαιοί και οι σύγχρονοί μας προς τους αγίους άνδρες για την προς αυτούς εύνοια εκ μέρους του Θεού».

Αλλά και ο Αμβρόσιος μαρτυρεί για το ότι οι Χριστιανοί μάζευαν ευλαβικά μαζί με το αίμα και τα καρφιά και τα τιμωρητικά όργανα, που χρησιμοποιήθηκαν από τους δημίους για τελείωση των μαρτύρων (16).

2)  Αυτού του είδους οι εκδηλώσεις, που σημειώθηκαν και σε πολυάριθμες άλλες περιστάσεις, θα έπρεπε να χαρακτηριστούν ως τελείως φυσικές, διότι έχουν τα προηγούμενά τους στη Βίβλο, από τα οποία και ενθαρρύνθηκαν σε αυτές οι αρχαίοι Χριστιανοί. Για αυτό λοιπόν και χρονολογούνται όχι μόνο από τα νεώτερα αλλά και από τα παλαιότατα χριστιανικά χρόνια. Τα από τη Γραφή ερείσματα και προηγούμενα των εκδηλώσεων αυτών προς τα ιερά λείψανα απαριθμούνται και εκτίθενται τόσο στις Αποστολικές Διαταγές, όσο και από τους Πατέρες Μ. Βασίλειο και Κύριλλο Ιεροσολύμων.

Έτσι σύμφωνα με τις Αποστολικές Διαταγές, των πεθαμένων «που ζουν κοντά στο Θεό, ούτε τα λείψανα δεν είναι άτιμα» όπως φαίνεται αυτό από το ότι «ο Ελισαίος ο προφήτης ανέστησε νεκρό μετά το θάνατό του κάποιον που είχε σκοτωθεί από πειρατές της Συρίας. Διότι ήρθε σε επαφή το σώμα του με τα οστά του Ελισαίου και αφού αναστήθηκε έζησε».

Έγινε όμως αυτό, όπως παρατηρεί ο Κύριλλος Ιεροσολύμων, «έτσι ώστε να μην τιμηθούν μόνο οι ψυχές των δικαίων», αλλά και τα σώματά τους· επιπλέον επίσης για «να πιστευτεί ότι υπάρχει δύναμη μέσα στα σώματα των δικαίων», αφού «το νεκρό σώμα του προφήτη επιτέλεσε έργο ψυχής και αυτό που πέθανε και κειτόταν έδωσε ζωή στον πεθαμένο και ενώ έδωσε ζωή, αυτό έμεινε ομοίως στους νεκρούς». Προχωρώντας όμως οι Αποστολικές Διαταγές και σε άλλη περίπτωση από τη Γραφή που δείχνει, ότι παρά τις διατάξεις του Μωϋσή σχετικά με λείψανα και νεκρά σώματα που κάνουν ακάθαρτους αυτούς που τα αγγίζουν, των δικαίων τα λείψανα κανένα και σε αυτήν την Π.Δ. δεν μετέδιδαν μολυσμό, σημειώνουν: «Και ο Μωϋσής και ο Ιησούς του Ναυή περιέφεραν τα λείψανα του Ιωσήφ, χωρίς να το θεωρούν αυτό μολυσμό».

Προσθέτει μάλιστα σχετικά και ο Μ. Βασίλειος, ότι, «όταν πέθαιναν ιουδαϊκά, ήταν βδελυκτά τα θνησιμαία· όταν όμως ο θάνατος είναι για το Χριστό είναι τίμια τα λείψανα των οσίων του». Και από μεν τη μωσαϊκή νομοθεσία «λεγόταν στους ιερείς και στους Ναζωραίους το, Δεν θα μιανθείτε με τίποτα που έχει πεθάνει· και το, Εάν κάποιος αγγίξει νεκρό, θα είναι ακάθαρτος έως το απόγευμα, και το, Θα πλύνει τα ρούχα του. Τώρα όμως αυτός που άγγιξε οστά μάρτυρα παίρνει κάποια μετάληψη αγιασμού από τη χάρη που παραμένει πάντοτε στο σώμα» (17).

(3)   Ο Ιεροσολύμων Κύριλλος φέρνει και κάποια εξήγηση αυτής της χάρης, η οποία βγαίνει από τα λείψανα των αγίων, παρατηρώντας, ότι «βρίσκεται κάποια δύναμη μέσα στο σώμα των αγίων λόγω της ενάρετης ψυχής που για τόσα χρόνια κατοίκησε μέσα σε αυτό, της οποίας έγινε το σώμα υπηρέτης», το οποίο ακριβώς υπενθυμίζει και τη βεβαίωση του θείου Παύλου, σύμφωνα με την οποία και «τα σώματά μας είναι μέλη Χριστού» και «είναι ναός του Αγίου Πνεύματος μέσα μας» (18).

Επιπλέον ο Κύριλλος αναφέρεται και στα «μαντήλια του κεφαλιού ή του λαιμού» των Αποστόλων, «που ήταν έξω» από το σώμα τους και μόνο άγγιζαν αυτό, τα οποία από την επαφή αυτή έπαιρναν τόσο μεγάλη δύναμη και χάρη, ώστε «όταν άγγιζαν τα σώματα των αρρώστων σήκωναν τους ασθενείς».

Ο θείος Χρυσόστομος από την άλλη υπενθυμίζοντας την ίδια του Ελισαίου αφήγηση της Γραφής, παρατηρεί σχετικά, ότι όχι μόνο τα σώματα, «αλλά και οι ίδιες οι λάρνακες των αγίων είναι γεμάτες από πνευματική χάρη». Διότι, εάν πριν ακόμη το Άγιο Πνεύμα επισκηνώσει στην Εκκλησία του Χριστού, σε αυτά τα χρόνια της Π.Δ., στην περίπτωση του Ελισαίου «συνέβαινε τούτο και νεκρός που άγγιξε τη λάρνακα έσπασε τα δεσμά του θανάτου και επανήλθε πάλι στη ζωή, πολύ περισσότερο τώρα που είναι αφθονότερη η χάρη, τώρα που είναι περισσότερη η ενέργεια του Πνεύματος», επόμενο είναι εκείνος, ο οποίος «με πίστη» θα απλώσει το χέρι, για να έλθει σε επαφή με θήκη (λάρνακα) που περιέχει άγια λείψανα «θα κερδίσει πολλή δύναμη από εκεί» (19).

(4)  Αυτής άλλωστε της δύναμης και χάρης η εκπόρευση διαπιστωνόταν και επιβεβαιωνόταν από το πλήθος των θαυμάτων, τα οποία λάμβαναν χώρα από την με πίστη προσέλευση στους τάφους των μαρτύρων και αγίων και την ευλαβική επαφή και προσκύνησή τους. Για τα θαύματα αυτά έχουμε αυθεντικές μαρτυρίες που παρέχονται από επίσημους και μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Αμβρόσιος, ο Αυγουστίνος, οι Καππαδόκες και ο Χρυσόστομος.

α)  Έτσι ο μεν Αμβρόσιος σε κάποια επιστολή του (20) επικαλείται την πείρα αυτών που τους στέλνει την επιστολή σχετικά με τα θαύματα, ότι «γνωρίσατε πάρα πολλούς, ακόμα όμως και με τα ίδια σας τα μάτια είδατε πολλούς, οι οποίοι ελευθερώθηκαν από τους δαίμονες, και επιπλέον οι οποίοι ερχόμενοι να αγγίξουν τα ρούχα των αγίων, αιφνίδια θεραπεύτηκαν από όλα τα δεινά που τους κατείχαν. Τα θαύματα των παλαιών καιρών ανανεώθηκαν, αφότου με την έλευση του Κυρίου Ιησού ξεχύθηκε στη γη αφθονότερη χάρη. Έχετε δει πάρα πολλούς που θεραπεύτηκαν από μόνη τη σκιά των αγίων που έπεσε πάνω τους. Πόσα πανιά κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι! Πόσα ρούχα που τοποθετήθηκαν πάνω σε άγια λείψανα, δεν απέβησαν ιαματικά με μόνη την επαφή και περιζήτητα από όλους. Όλοι ζητούν να αγγίξουν αυτά, έστω και ελαφρά, και όποιος το πέτυχε αυτό, θεραπεύτηκε αμέσως».

β)   Επιβεβαιώνοντας τη μαρτυρία αυτή του Αμβροσίου, που δόθηκε με αφορμή το άνοιγμα των λειψάνων των αγίων Γερβασίου και Προτασίου, αναφέρει και ο Αυγουστίνος διάφορα θαύματα που έγιναν από τη χάρη των παραπάνω αγίων λειψάνων, ένα από τα οποία υπήρξε και η θεραπεία κάποιου τυφλού, που έγινε στα Μεδιόλανα (Μιλάνο) «κατά τη συρροή των πιστών στα σώματα των μαρτύρων Προτασίου και Γερβασίου» (21).

γ)   Από την άλλη ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός αναφερόμενος στην πείρα, την οποία είχαν οι ακροατές του για τη δύναμη, που έβγαινε από τα άγια λείψανα του Κυπριανού, παρατηρεί: «Τα υπόλοιπα ας προστεθούν από εσάς τους ίδιους, την καθαίρεση των δαιμόνων, την θεραπεία των ασθενειών, την πρόγνωση του μέλλοντος, τα οποία όλα μπορεί και το λείψανο του Κυπριανού όταν υπάρχει η πίστη, όπως γνωρίζουν όσοι έλαβαν πείρα και έχουν μεταδώσει το θαύμα και σε εμάς και θα το παραδώσουν και στο μέλλον».Και αλλού πάλι μιλώντας για τους αποστόλους και τα υπόλοιπα «υπέρ του Χριστού θύματα, οι οποίοι πρόθυμα αγωνίστηκαν εναντίον φωτιάς και σιδήρου και θηρίων και τυράννων», διακηρύττει ότι από αυτούς «δαίμονες διώχνονται και ασθένειες θεραπεύονται» «και αυτών και τα σώματα μόνα έχουν την ίδια δύναμη με τις άγιες ψυχές τους, είτε αγγίζονται είτε τιμώνται. Αυτών και σταγόνες μόνο αίματος και μικρά αντικείμενα του πάθους τους ενεργούν όσα και τα σώματα» (22).

δ)  Ο Γρηγόριος ο Νύσσης επίσης για επικύρωση της βεβαίωσής του, ότι γνώριζε, «ότι έχουν δύναμη τα λείψανα» των μαρτύρων, και ότι αυτός είδε «τις σαφείς αποδείξεις της παρρησίας τους προς το Θεό», αφηγείται τη θεραπεία στρατιώτη κουτσού από τα άγια λείψανα των αγίων Τεσσαράκοντα (23).

ε)   Αλλά αυτός που ιδιαιτέρως τόνισε τις χάριτες και δυνάμεις που ξεχύνονται από τα άγια λείψανα και τις λάρνακές τους, υπήρξε ο θείος Χρυσόστομος. Έτσι ο θείος πατέρας διακηρύττει, ότι «όχι μόνο τα οστά των μαρτύρων, αλλά και οι τάφοι τους και οι λάρνακες πολλή αναβλύζουν την ευλογία». Αλλού πάλι χαρακτηρίζει τα σώματα των αγίων ως ασφαλέστερο οχύρωμα από αδαμάντινο τείχος που τειχίζει την πόλη και «σαν να προβάλλουν από παντού σαν κάποιοι υψηλοί σκόπελοι αποκρούουν όχι τις επιθέσεις αυτών των αισθητών και ορατών εχθρών μόνο, αλλά και τις επιβουλές των αοράτων δαιμόνων και τόσο εύκολα ανατρέπουν και διαλύουν όλη την πανουργία του διαβόλου". Επιπλέον «και αν ακόμη ο κοινός μας δεσπότης οργίζεται για το πλήθος των αμαρτημάτων, θα μπορέσουμε, προβάλλοντας αυτά τα σώματα, να τον κάνουμε γρήγορα σπλαγχνικό για την πόλη».

Και σε άλλη πάλι περίπτωση τονίζοντας τη δύναμη, την οποία έχουν τα οστά των αγίων παρατηρεί, ότι αυτή «δαίμονες υποτάσσει και βασανίζει και ελευθερώνει όσους έχουν δεθεί από τα πικρότατα εκείνα δεσμά». Και την ώρα που κανένα από τα ορατά και αισθητά δεν βρίσκεται πάνω «στις πλευρές του δαίμονα, φωνές και σπαραγμοί, μαστιγώματα, βάσανα» ακούγονται και σημειώνονται, «επειδή ο δαίμονας δεν αντέχει την θαυμαστή εκείνη δύναμη». Έτσι οι άγιοι «που φόρεσαν τα σώματα» «επικρατούν των ασωμάτων δυνάμεων, και η σκόνη και τα οστά και η τέφρα εξοντώνει τις αόρατες εκείνες φύσεις» (24).

στ)  Τέλος ο Μ. Βασίλειος, πεπεισμένος για το ότι «αυτός που άγγιξε οστά μάρτυρος παίρνει κάποια μετάληψη αγιασμού από τη χάρη που παραμένει πάντοτε μέσα στο σώμα», στο λόγο του στη μάρτυρα Ιουλίττα διακηρύττει για «το τίμιο σώμα» της, ότι «τοποθετημένο στο ωραιότατο προπύλαιο του ναού της πόλης, αγιάζει μεν τον τόπο, αγιάζει όμως και αυτούς που προσέρχονται σε αυτόν» (25)


 


Παραπομπές

(16) Μαρτύριο Πολυκ.13 και 18 ΒΕΠ.3,24 και 26. Μαρτύρ. Ιγνατίου στο τέλος ΒΕΠ. 2,341.Χρυσοστόμου εις τον Θεοφόρον Ιγνάτιον § 5 Μ. 50,594. Ευσεβ. Εκκλ. Ιστ. 7,19 Μ. 20,681, Αμβροσίου, Exhort. Virginit κεφ. 2 § 9 M.L. 16,354

(17) Αποστ. Διαταγ. ΣΤ 30,5, Β.Ε.Π. 2,116, Δ΄Βασιλ. Ιγ 21, Κυρίλλου Ιεροσ. Κατήχ. 18, § 16, Μ. 33,1036,1037, Εξόδου ιγ 19, Λευϊτ. ια 39,40, Μ. Βασιλείου ομιλία εις τον Ψαλμό ριε § 4, Μ. 30,112.

(18) Κυρίλ. Ιεροσ. Ο.π. . Α΄Κορινθ. Στ 15 και 19.

(19) Κυρίλ. Ιεροσολ. Ο.π. Χρυσοστόμου Εγκώμ εις Ιγνάτιον Θεοφόρον § 5, Μ. 50. 595

(20) ΧΧΙΙ § 9, P.L. 16, 1064.

(21) De civit. XXII 8 § 2. M.L. 41,701

(22) Γρηγορίου Ναζ. Λόγος 24, εις ιερομ. Κυπριανόν § 18, Μ. 35, 1192. Του ιδίου λόγος 4 κατά Ιουλιανού Α § 69, Μ. 35,589.

(23) Λόγος Α εις τους Τεσσαράκοντα μάρτυρας, Μ. 46,784

(24) Χρυσοστόμου Εις μάρτυρας ομιλία, Μ. 50,664, εις μάρτυρας Αιγυπτίους § 1, Μ. 50,694,695. Ομιλία 26 εις την Β΄Κορ. § 5, Μ. 61,583.

(25) Μ. Βασιλ. Ομιλία εις Ψαλμόν ριε § 4, Μ. 30,112. Του ιδίου εις την μάρτυρα Ιουλίττα § 2, Μ. 31,241


(Π.Ν. Τρεμπέλα, Δογματική τόμος 3, εκδ. ο Σωτήρ, 1979, σελ. 399-402 η μετάφραση στα νέα Ελληνικά έγινε από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Ανακοίνωση από το Φανάρι για την δήλωση ρωσικών υπηρεσιών κατά του Οικουμενικού Πατριάρχου


 


 Η Μήτηρ Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως – Μήτηρ και αυτής της Εκκλησίας της Ρωσσίας – εκφράζει τη βαθύτατη θλίψη της για τη νέα ρωσσική επίθεση κατά του προσώπου της Α.Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, την οποία εξαπέλυσαν, αυτή τη φορά, κρατικές υπηρεσίες της χώρας. Από το 2018, οπότε το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποφάσισε την παραχώρηση Αυτοκεφάλου καθεστώτος στην Εκκλησία της Ουκρανίας, η Μήτηρ Εκκλησία απέφυγε να σχολιάσει τις αναρίθμητες παρόμοιες επιθέσεις που προήλθαν είτε από εκκλησιαστικά είτε από πολιτικά κέντρα και πρόσωπα της Ρωσσίας. Το ίδιο πράττει και σήμερα.Τα ευφάνταστα σενάρια, οι ψευδείς ειδήσεις, οι ύβρεις και οι κατασκευασμένες πληροφορίες κάθε είδους προπαγανδιστών δεν αποθαρρύνουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο από τη συνέχιση της διακονίας και της οικουμενικής αποστολής του.

 


 

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

Χριστούγεννα στα φοβερά Καρούλια του Αγίου Όρους

 


 Μία αληθινή διήγηση από τα ασκητικά και φρικτά Καρούλια του Αγίου Όρους για την νύχτα των Χριστουγέννων.

 Εκεί όπου ενώνεται η γη με τον Ουρανό και η ακολουθία είναι μία ουράνια μυσταγωγία…

  


~ Μεταξύ των άλλων, ο Γέροντάς μας είχε και μία ευλογημένη συνήθεια.Κατά διαστήματα, έστελνε μία μικρή παρηγοριά στους ερημίτες…Είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε που κοινοβίασα στην καλύβη μας, όταν μία μέρα-προπαραμονή Χριστουγέννων-όπως θυμάμαι-με κάλεσε ο Γέροντας για ν΄αναθέσει και σε μένα την ευλογημένη αυτή διακονία. Ασφαλώς με την απόφασή του αυτή, απέβλεπε και στην πνευματική μου, όπως πάντα ωφέλεια….Έβαλα μετάνοια στον Γέροντα φορτώθηκα τον ντορβά μου, πήρα το ραβδί και ξεκίνησα για τα Καρούλια…….Πέρασα από πολλούς ασκητές, την ζωή των οποίων χαρακτήριζε η συνέπεια. Ήσαν πραγματικοί μοναχοί, πραγματικοί ασκητές. Μεταξύ αυτών ο γέρων Νείλος, ηλικιωμένος Ρώσος ησυχαστής, που δεν γνώριζε καθόλου ελληνικά και ο επίσης ρώσος ιερομόναχος Παρθένιος….…

Το πρόγραμμά μου άλλαξε, όταν ο πνευματικός μου επέμενε να παραμείνω στην αγρυπνία των Χριστουγέννων και στην πανήγυρη της καλύβης τους, αφού το παρεκκλήσιό τους ήταν αφιερωμένο στην Γέννηση του Χριστού. Ο Γέροντάς μου άλλωστε είχε δώσει ευλογία για κάτι τέτοιο.Την άλλη μέρα, μαζί με τον υποτακτικό του πνευματικού μου, π. Συμεών, κάναμε μια σχετική καθαριότητα της καλύβης, με αφορμή την πανήγυρη. Αργά το απόγευμα άρχισαν να έρχονται οι γύρω ασκητές, για να γιορτάσουμε όλοι μαζί τα Χριστούγεννα. Καθισμένος σ’ ένα μικρό εξώστη, έβλεπα τους ερημίτες, που κατέβαιναν από τα βράχια, άλλοι από τις κρεμαστές σκάλες και άλλοι από τις αλυσίδες, ο ένας πίσω από τον άλλον’ αξέχαστο θέαμα! Νέοι, μεσήλικες, γεροντάκια, αποτελούσαν μια χρυσή, ζωντανή αλυσίδα πανηγυριστών’ με τους παλιούς, λερωμένους ντορβάδες στην πλάτη, με ζωστικά και ράσα χιλιομπαλωμένα. Το πρόσωπό τους είχε μια σεμνή, σοβαρή έκφρασι. Χαιρετούσαν ένας-ένας με βαθειά υπόκλιση κι έπαιρναν την θέση τους στο μικρό παρεκκλήσιο της Γεννήσεως του Κυρίου.

  


«Αυτοί οι άνθρωποι, ο εκλεκτός του Κυρίου λαός, τα αγαπημένα παιδιά του Θεού, είναι εκείνοι που θα λάβουν μέρος στην αποψινή αγρυπνία», μονολογούσα. Σήμανε μια μικρή καμπάνα και άρχισε η αγρυπνία. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Όλοι ήσαν σφιχτά τυλιγμένοι στα πτωχικά τους ράσα. Το κουκούλιο δεν κάλυπτε απλώς το κεφάλι, αλλά το είχαν κατεβασμένο, όσο γινόταν πιο χαμηλά. Μερικοί, όπως ο γέρων Βαρθολομαίος και ο πνευματικός μου, ήξεραν καλά μουσικά. Ένας από τους νεότερους ανέλαβε διαβαστής. Δυο-τρία καντηλάκια κι ένας πτωχός πολυέλεος με αγνό κερί φώτιζαν γλυκά το σκοτάδι. Όλα απλά, απέριττα, ασκητικά. Ένοιωθα τον εαυτό μου ξένο και αταίριαστο σ’ εκείνο το πεντακάθαρο περιβάλλον. Εγώ ήμουν άνθρωπος με πολλές αδυναμίες και αμαρτίες, τις οποίες προ καιρού είχα αποθέσει στα πόδια του πνευματικού μου, κατά την πρώτη μου εξομολόγηση. Δεν ήμουν όμως ένας ξένος αδιάφορος για ό,τι συνέβαινε γύρω μου. Διψούσα να μάθω περισσότερα πράγματα για τους ασκητές: πώς αγρυπνούν, πώς προσεύχονται, πώς κοινωνούν.Το άγιο βήμα του μικρού ναού ήταν σφηνωμένο μέσα στον βράχο. Ο κυρίως ναός εξείχε από την κοιλότητα του βράχου κι έφτανε μέχρι το άκρο μιας πεζούλας, από την οποία έβλεπες, κατακόρυφα σχεδόν, την θάλασσα. Καθώς η αγρυπνία προχωρούσε, το κρύο γινόταν ολοένα και πιο αισθητό. Ο άνεμος σφύριζε, τα κύματα βογγούσαν κτυπώντας αλύπητα τα βράχια. Η θάλασσα έμοιαζε μ’ ένα αεικίνητο, αδάμαστο θηρίο….

 


Η ακόλουθη σκηνή θα μείνει ανεξίτηλη στην μνήμη μου: Ένας λευκογένης ασκητής, πολύ ηλικιωμένος, δεν φορούσε παπούτσια. Κρύωνε υπερβολικά και είχε τυλίξει τα πόδια του με τσουβάλια. Κάποια στιγμή πλησίασε στην υποτυπώδη θερμάστρα, που υπήρχε εκεί, και προσπαθούσε να θερμάνει τα κοκκαλιασμένα πόδια του. Μένοντας όμως εκεί για αρκετή ώρα, απορροφημένος στην προσευχή, χωρίς να το αντιληφθεί, τα τσουβάλια πύρωσαν, άρπαξαν φωτιά και άρχισαν να καίγονται! Οι νεότεροι τρέξαμε αμέσως και σβήσαμε την φωτιά. Ευτυχώς τα πόδια του γέροντα δεν έπαθαν εγκαύματα. Εκτός από εμάς που τρέξαμε αμέσως, για να τον βοηθήσουμε, οι άλλοι πατέρες δεν έκαναν καμία κίνηση. Ίσως και να μην αντιλήφθηκαν καν το γεγονός. Αφοσιωμένοι στην λατρεία του Θεού, συνέχιζαν την αγρυπνία με το κεφάλι σκυμμένο στο στήθος και με το κομποσχοίνι στο χέρι, που δούλευε ακούραστα…..Τελείωσε ο όρθρος και άρχισε η θεία Λειτουργία. Η ώρα πλησίαζε. Ο Κύριος εγγύς. Πολλά μάτια τα έβλεπα να Τον υποδέχονται με δακρύρροη κατάνυξη. Μερικοί ήταν σκυμμένοι τόσο βαθειά, ώστε δεν έβλεπες το πρόσωπό τους.

– «Πρόσχωμεν! Τα άγια τοις αγίοις», ακούστηκε σε λίγο η φωνή του λειτουργού.

Από την ώρα εκείνη οι πατέρες, ένας-ένας, κατά σειρά αρχαιότητας, άρχισαν να βάζουν την καθιερωμένη μετάνοια της συγγνώμης προς τον Θεό και προς τους παρόντες αδελφούς. Στο «Μετά φόβου» πλησίασαν, ο ένας πίσω από τον άλλον, για να λάβουν τον ουράνιο Μαργαρίτη.

Ευχαρίστησα ολόθερμα τον Κύριο για την πολύτιμη αυτή ευκαιρία, να δω και να απολαύσω πώς κοινωνούν οι ασκητές. Ήταν ένα θέαμα μοναδικό. Τέλος προσήλθα κι εγώ σαν «δούλος» κι όχι σαν «υιός» όπως οι πατέρες.Η ουράνια εκείνη μυσταγωγία σε λίγο είχε τελειώσει. Κατόπιν προσφέρθηκε και καφές. Ενώ διακονούσα στο κέρασμα, πρόσεχα και θαύμαζα τους ασκητές, με την διάθεση του αρχαρίου. Θαύμαζα την τάξη που είχαν οι κινήσεις τους, τις συζητήσεις, γενικά την συμπεριφορά τους. Πράγματι, σκεφτόμουν, η έρημος δεν δημιουργεί μόνο αγίους, αλλά και σταθερά πειθαρχημένους και ολοκληρωμένους ανθρώπους .Ακολούθησε η τράπεζα. Λίγο ρύζι, και βακαλάος, που είχε στείλει η συνοδεία μας, ήταν το πανηγυρικό χριστουγεννιάτικο φαγητό. Οι ασκητές έτρωγαν σιωπηλοί και άκουγαν την ανάγνωση.Ο νους τους ήταν δοσμένος στον λόγο του Θεού και την προσευχή, όχι στο φαγητό. Κανείς δεν σήκωνε το κεφάλι να κοιτάξει δεξιά ή αριστερά. Καθένας που τελείωνε, περίμενε υπομονετικά με το βλέμμα στραμμένο στο στήθος. Ποιος ξέρει πόσο καιρό είχαν να γευτούν βακαλάο!Μετά την τράπεζα, η ευλογημένη εκείνη ομήγυρη διαλύθηκε. Δεν αξιώθηκα να παρευρεθώ και άλλη φορά σε παρόμοια ασκητική πανηγυρική σύναξη. Η ευκαιρία αυτή όμως έγινε αφορμή, να επισκέπτομαι πιο τακτικά τα Καρούλια. Αργότερα μάλιστα έμεινα εκεί για ένα εξάμηνο. Ήταν μια περίοδος πνευματικού αναβαπτισμού. Αληθινό θείο δώρο!

Του Αρχιμανδρίτη Χερουβείμ Καράμπελα είναι δημοσιευμένη στο βιβλίο του -ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ,ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

 


Πατριαρχική Απόδειξις επί τοις Χριστουγέννοις 2025


 


 + Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – 

ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ 

ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

Τιμιώτατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι καί προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Ἀξιωθέντες καί πάλιν νά φθάσωμεν τήν μεγάλην ἑορτήν τῆς κατά σάρκα Γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, δοξολογοῦμεν τήν «ἄφραστον καί ἀκατάληπτον συγκατάβασιν» Αὐτοῦ, τοῦ Σωτῆρος τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων καί Λυτρωτοῦ ἁπάσης τῆς κτίσεως ἐκ τῆς φθορᾶς, ἀναβοῶντες μετά τῶν Ἀγγέλων «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία»[1].  Ὁ Χριστός ἀπεκαλύφθη ὡς «Ἐμμανουήλ»[2], ὡς «Θεός μεθ᾿ ἡμῶν» καί «ὑπέρ ἡμῶν», ὡς Θεός πλησίον ἑνός ἑκάστου ἐξ ἡμῶν, ὡς «καί ἡμῶν αὐτῶν συγγενέ-στερος»[3]. Ὁ «ὁμοούσιος» τῷ Θεῷ Πατρί προαιώνιος Λόγος, καθώς ἐδογμάτισεν ἡ ἐν Νικαίᾳ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ 1700ή ἐπέτειος ἀπό τῆς συγκλήσεως τῆς ὁποίας ἐτιμήθη πρεπόντως ὑπό τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου κατά τό παριππεῦον ἔτος, «ὁμοιοῦται τῷ ἰδίῳ ποιήματι», σαρκωθείς ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου, «ἵνα τούς ἀνθρώπους θεούς ἀποδείξῃ». Τό Ἀπολυτίκιον τῶν Χριστουγέννων διακηρύσσει ὅτι ἡ Γέννησις τοῦ Χριστοῦ «ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ τό φῶς τό τῆς γνώσεως», ἀπεκάλυψε τό «ὑπερβατικόν καί καθολικόν νόημα» τῆς ζωῆς καί τῆς ἱστορίας, τήν ἀλήθειαν, ὅτι μόνον ἡ χριστιανική πίστις δύναται νά ἱκανοποιήσῃ πλήρως τάς βαθυτέρας ἀναζητήσεις τοῦ νοός καί τήν δίψαν τῆς καρδίας, ὅτι «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία» [4] εἰ μή ἐν Χριστῷ. Ἔκτοτε, «ἡ γνῶσις», ἥτις «φυσιοῖ»[5], κρίνεται ἐκ τοῦ Κυριακοῦ «Γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς»[6]. Τό ὑπέρλογον γεγονός τῆς Ἐνσαρκώσεως βιοῦται καί ἐπαναλαμβάνεται πνευματικῶς εἰς τήν ζωήν τῶν πιστῶν, τῶν ἀγαπώντων τήν ἐπιφάνειαν τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ὅπως γράφει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, «Ὁ  τοῦ Θεοῦ Λόγος ἐφάπαξ κατά σάρκα γεννηθείς, ἀεί γεννᾶται θέλων κατά πνεῦμα διά φιλανθρωπίαν τοῖς θέλουσι». Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, ὁ ἑορτασμός τῶν Χριστουγέννων, τῆς Σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ καί τῆς κατά χάριν θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου, δέν μᾶς στρέφει πρός ἕν γεγονός τοῦ παρελθόντος, ἀλλά μᾶς κατευθύνει πρός τήν «μέλλουσαν πόλιν»[8], πρός τήν αἰωνίαν Βασιλείαν τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.  Εἰς ἕνα κόσμον, ὅπου ἠχοῦν αἱ πολεμικαί ἰαχαί καί ἡ κλαγγή τῶν ὅπλων, διασαλπίζεται τό ἀγγελικόν «ἐπί γῆς εἰρήνη», ἡ φωνή τοῦ Κυρίου μακαρίζει τούς «εἰρηνοποιούς» καί ἡ Ἁγία Ἐκκλησία Του δέεται εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν «ὑπέρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης» καί «ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου». Ἡ γνησία πίστις εἰς Θεόν ζῶντα ἐνδυναμώνει τόν ἀγῶνα διά τήν εἰρήνην καί τήν δικαιοσύνην, ἀκόμη καί ὅταν οὗτος εὑρίσκεται ἐνώπιον ἀνυπερβλήτων, κατ᾿ ἄνθρωπον, ἐμποδίων. Ὡς θεοκινήτως δηλοῦται εἰς τό Μήνυμα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τήν πρώτην δεκαετηρίδα τῆς ὁποίας θά ἑορτάσωμεν κατά τό ἐπερχόμενον ἔτος, «τό λάδι τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος πρέπει νά χρησιμοποιεῖται γιά νά ἐπουλώνει πληγές καί ὄχι γιά νά ἀναζωπυρώνει τή φωτιά τῶν πολεμικῶν συρράξεων»[9]. Τό Εὐαγγέλιον τῆς εἰρήνης ἀφορᾷ ἐξόχως εἰς ἡμᾶς τούς Χριστιανούς. Θεωροῦμεν ἀνεπίτρεπτον τήν ἀδιαφορίαν διά τήν διάσπασιν τῆς Χριστιανοσύνης, ἰδίως ὅταν αὕτη συνοδεύεται ἀπό φονταμενταλισμόν καί ρητήν ἀπόρριψιν τῶν διαχριστιανικῶν διαλόγων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τελικόν σκοπόν τήν ὑπέρβασιν τῆς διαιρέσεως καί τήν ἐπίτευξιν τῆς ἑνότητος. Τό χρέος τοῦ ἀγῶνος διά τήν χριστιανικήν ἑνότητα εἶναι ἀδιαπραγμάτευτον. Εἰς τήν νέαν γενεάν τῶν Χριστιανῶν ἀνήκει ἡ εὐθύνη τῆς συνεχίσεως τῶν προσπαθειῶν τῶν πρωτεργατῶν τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως καί τῆς δικαιώσεως τῶν ὁραμάτων καί τῶν μόχθων των. Ἀνήκομεν εἰς τόν Χριστόν, ὁ ὁποῖος εἶναι «ἡ εἰρήνη ἡμῶν»[10] καί ἡ «πεπληρωμένη χαρά» εἰς τήν ζωήν μας, ἡ «εὐδοκία», ἡ πηγάζουσα ἐκ τῆς βεβαιότητος ὅτι «ἦλθεν ἡ ἀλήθεια» καί «παρέδραμεν ἡ σκιά», ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἰσχυροτέρα ἀπό τό μῖσος καί ἡ ζωή ἰσχυροτέρα ἀπό τόν θάνατον, ὅτι τό κακόν δέν ἔχει τόν τελευταῖον λόγον εἰς τήν ζωήν τοῦ κόσμου, τήν ὁποίαν κατευθύνει ὁ Χριστός, ὁ «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας»[11]. Αὐτή ἡ πίστις πρέπει νά διαλάμπῃ καί νά ἀποκαλύπτεται εἰς τόν τρόπον μέ τόν ὁποῖον τιμῶμεν τά Χριστούγεννα καί τάς ἄλλας ἐκκλησιαστικάς ἑορτάς. Ὁ θεοτερπής ἑορτασμός ἐκ μέρους τῶν πιστῶν ὀφείλει νά μαρτυρῇ τήν μεταμορφωτικήν δύναμιν τῆς εἰς Χριστόν πίστεως διά τήν ζωήν μας, νά εἶναι καιρός εὐδοκίας καί πνευματικῆς εὐφροσύνης, βιώσεως ἐκείνης τῆς ἀνεκλαλήτου «μεγάλης χαρᾶς»[12], ἡ ὁποία εἶναι «συνώνυμος τοῦ Εὐαγγελίου». 

Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἀδελφοί καί ἀγαπητά τέκνα,

Κατά τό ἔτος 2026, ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία τιμᾷ τήν συμπλή-ρωσιν 1400 ἐτῶν ἀπό τῆς 7ης Αὐγούστου 626, ὅτε ἐψάλη «ὀρθοστάδην» ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, κατά τήν Ἱεράν Ἀγρυπνίαν ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ τῆς Παναγίας Βλαχερνῶν, εἰς ἔκφρασιν εὐγνωμοσύνης πρός τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, διά τήν διάσωσιν τῆς Πόλεως ἐκ τῆς ἐπιδρομῆς ἐχθρῶν δυσμενῶν. Ἐπί τῇ ἱστορικῇ ταύτῃ ἐπετείῳ, ἡ Ἐπετηρίς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ ἔτους 2026 ἀφιεροῦται εἰς τήν ἀνάμνησιν τοῦ σημαντικοῦ τούτου γεγονότος διά τήν Παράδοσιν καί τήν ταυτότητά μας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀδιασπάστως καί βαθέως συνυφασμέναι μέ τήν τιμήν πρός τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν καί Ὑπέρμαχον Στρατηγόν τοῦ Γένους. Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, κλίνοντες τό γόνυ ἐνώπιον τῆς Βρεφοκρατούσης Μαριάμ καί προσκυνοῦντες τόν τήν ἡμετέραν μορφήν ἀναλαβόντα Θεόν Λόγον, εὐχόμεθα εἰς πάντας ὑμᾶς εὐλογημένον τό Ἅγιον Δωδεκαήμερον, καλλίκαρπον δέ ἐν ἔργοις ἀγαθοῖς καί πλήρη θείων δωρημάτων τόν νέον ἐνιαυτόν τῆς χρηστότητος τοῦ Κυρίου, ᾯ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή καί προσκύνησις, νῦν καί ἀεί καί εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν! 

Χριστούγεννα 2025

 † Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος

 διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν 


1. Λουκ. β’, 14.


2. Ματθ. α’, 23.


3. Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ΣΤ’, PG 150, 660.


4. Πράξ. δ’, 12.


5. Πρβλ. Α’ Κορ. η’, 1.


6. Ἰωάν, η’, 32.


7. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια διάφορα θεολογικά τε καί οἰκονομικά, Ι, η’, PG 90, 1181.


8. Ἑβρ. ιγ’, 14.


9. Μήνυμα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν Ὀρθόδοξο λαό καί κάθε ἄνθρωπο καλῆς θελήσεως, § 4.


10. Ἐφεσ. β’, 14.  


11. Ἑβρ. ιγ’, 8.


12. Πρβλ. Λουκ. β΄, 10.

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Η κοινή διακήρυξη Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου και Πάπα Λέοντα

 



Κατά την παραμονή της εορτής του Αγίου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου Αποστόλου, αδελφού του Αποστόλου Πέτρου και προστάτη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ημείς, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ και ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, αναπέμπουμε ολοκάρδιες ευχαριστίες στο Θεό, τον ελεήμονα Πατέρα μας, για τη δωρεά της αδελφικής αυτής συνάντησης. Ακολουθώντας το παράδειγμα των μακαριστών προκατόχων μας, και υπακούοντας στο θέλημα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συνεχίζουμε να βαδίζουμε με στέρεη αποφασιστικότητα επί της οδού του διαλόγου, ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ (Ἐφεσ. 4,15), προς την ελπιζόμενη αποκατάσταση πλήρους Κοινωνίας μεταξύ των αδελφών Εκκλησιών μας. Έχοντες επίγνωση του γεγονότος ότι η ενότητα των Χριστιανών δεν είναι απλώς αποτέλεσμα ανθρωπίνων προσπαθειών, αλλά ένα δώρο το οποίο έρχεται άνωθεν, προσκαλούμε όλα τα μέλη των Εκκλησιών μας ─κληρικούς, μοναχούς, ανθρώπους αφιερωμένους στον Θεό, και τους πιστούς λαϊκούς─ να επιζητήσουν ειλικρινώς την εκπλήρωση της προσευχής την οποίαν απηύθυνε ο Ιησούς Χριστός προς τον Πατέρα: «ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, […] ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ […]» (Ιω. 17,21).Ο εορτασμός μνήμης της 1700ής επετείου της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας, τελούμενος κατά την προτεραία της συνάντησής μας, ήταν μία εξαίρετη στιγμή Χάριτος. Η Σύνοδος της Νικαίας, η οποία συνήλθε το έτος 325 μ.Χ., ήταν μία εκδήλωση της Θείας Πρόνοιας υπέρ της ενότητος. Ο σκοπός του εορτασμού μνήμης αυτού του γεγονότος, ωστόσο, δεν είναι απλώς η υπόμνηση της ιστορικής σπουδαιότητος της Συνόδου, αλλά η συνέχιση της παρακίνησης προς εμάς να είμεθα διαρκώς ανοικτοί στο ίδιο Άγιο Πνεύμα το οποίο ωμίλησε μέσω της Νικαίας, καθώς παλεύουμε με τις πολυάριθμες προκλήσεις της εποχής μας. Είμεθα βαθιά ευγνώμονες σε όλους τους ηγέτες και τους εκπροσώπους άλλων Εκκλησιών και εκκλησιαστικών κοινοτήτων οι οποίοι ήσαν πρόθυμοι να μετάσχουν αυτής της εκδήλωσης. Πέραν της αναγνώρισης των κωλυμάτων τα οποία εμποδίζουν την αποκατάσταση πλήρους Κοινωνίας μεταξύ όλων των Χριστιανών ─κωλυμάτων τα οποία επιζητούμε να αντιμετωπίσουμε δια της οδού του θεολογικού διαλόγου─ πρέπει επίσης να αναγνωρίζουμε ότι αυτό το οποίο μας συνδέει είναι η πίστη η οποία εκφράσθηκε στο Δόγμα της Νικαίας. Είναι η σωτήρια πίστη στο πρόσωπο του Υιού του Θεού, Θεού αληθινού εκ Θεού αληθινού, ὁμοουσίου τῷ Πατρί, ο οποίος δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐνηνθρώπισε και ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, ἐσταυρώθη, ἀπέθανε καὶ ἐτάφη, ἀνέστη τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, ἀνῆλθε εἰς τοὺς οὐρανούς, καὶ πάλιν θα έλθει κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς. Μέσῳ της έλευσης του Υιού του Θεού, μυούμεθα στο μυστήριο της Αγίας Τριάδος ─Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος─ και καλούμεθα να γίνουμε, μέσα στο και μέσα από το πρόσωπο του Χριστού, τέκνα του Πατρός και συγκληρονόμοι, μαζί με τον Χριστό, δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Προικισμένοι με αυτή την κοινή Ομολογία, είμεθα ικανοί να αντιμετωπίσουμε τις κοινές μας προκλήσεις, φέροντες τη μαρτυρία της πίστεως που εκφράσθηκε στη Νίκαια με αμοιβαίο σεβασμό, και να εργασθούμε από κοινού προς συγκεκριμένες λύσεις, με γνήσια ελπίδα.Είμεθα πεπεισμένοι ότι ο εορτασμός μνήμης αυτής της σημαίνουσας επετείου μπορεί να εμπνεύσει νέα και θαρραλέα βήματα επί της οδού προς την ενότητα. Μεταξύ των αποφάσεών της η Α΄ Σύνοδος της Νικαίας παρέσχε επίσης τα κριτήρια για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα, κοινής για όλους τους Χριστιανούς. Είμεθα ευγνώμονες στη Θεία Πρόνοια που, φέτος, ολόκληρος ο χριστιανικός κόσμος εώρτασε το Πάσχα την ίδια ημέρα. Είναι κοινή μας επιθυμία να συνεχισθεί η διαδικασία διερεύνησης μιας πιθανής λύσης για από κοινού τέλεση της Εορτής των Εορτών κάθε έτος. Ελπίζουμε και προσευχόμεθα όλοι οι Χριστιανοί, «ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ συνέσει πνευματικῇ» (Κολ. 1,9), να δεσμευθούν στη διαδικασία επίτευξης κοινού εορτασμού της λαμπρής Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.Κατά το έτος αυτό τελούμε επίσης τη μνήμη της 60ής επετείου της ιστορικής Κοινής Διακήρυξης των μακαριστών προκατόχων μας, Πάπα Παύλου ς΄ και Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα, η οποία εξάλειψε την ανταλλαγή αναθεμάτων του 1054. Ευχαριστούμε τον Θεό που εκείνη η προφητική χειρονομία οδήγησε τις Εκκλησίες μας να επιδιώξουν, «σε πνεύμα εμπιστοσύνης, εκτίμησης και αμοιβαίας ευσπλαχνίας, τον διάλογο, ο οποίος, με τη βοήθεια του Θεού, θα οδηγήσει στη συνύπαρξη και πάλι, επ’ ωφελείᾳ του μείζονος αγαθού για τις ψυχές και με την έλευση της Βασιλείας του Θεού, εντός εκείνης της πλήρους κοινωνίας πίστεως, αδελφικής συμφωνίας και μυστηριακού βίου που υπήρχαν μεταξύ αυτών κατά την πρώτη χιλιετία της ζωής της Εκκλησίας» (Κοινή Διακήρυξη Πάπα Παύλου ς΄ και Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρα, 7 Δεκεμβρίου 1965). Ταυτοχρόνως, προτρέπουμε εκείνους οι οποίοι ακόμη διστάζουν μπροστά σε οποιανδήποτε μορφή διαλόγου, να ακούσουν προσεκτικά τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς Ἐκκλησίαις (πρβλ. Αποκ. 2,29), το Οποίο, στις τρέχουσες περιστάσεις της Ιστορίας, μας παρακινεί να προσφέρουμε στον κόσμο ανανεωμένη μαρτυρία ειρήνης, συνδιαλλαγής και ενότητος.Πεπεισμένοι για τη σπουδαιότητα του διαλόγου, εκφράζουμε τη συνεχιζόμενη υποστήριξή μας προς το έργο της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής για τον Θεολογικό Διάλογο μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία, κατά την παρούσα φάση, εξετάζει ζητήματα τα οποία έχουν ιστορικά θεωρηθεί διχαστικά.Μαζί με τον αναντικατάστατο ρόλο τον οποίο διαδραματίζει ο θεολογικός διάλογος στη διαδικασία επαναπροσέγγισης μεταξύ των Εκκλησιών μας, εξαίρουμε επίσης τα άλλα αναγκαία στοιχεία αυτής της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων των αδελφικών επαφών, προσευχητικού και κοινού έργου σε όλους εκείνους τους τομείς όπου η συνεργασία είναι ήδη εφικτή. Με έμφαση παροτρύνουμε όλους τους πιστούς των Εκκλησιών μας, και ειδικά τους κληρικούς και τους θεολόγους, να αγκαλιάσουν με ευφρόσυνη διάθεση τους καρπούς τους οποίους έχουμε επιτύχει μέχρι τώρα, και να εργασθούν για τη συνεχή αύξηση αυτών των καρπών.Ο στόχος της ενότητος των Χριστιανών περιλαμβάνει τον σκοπό της συνεισφοράς, κατά τρόπο θεμελιώδη και ζωογονητικό, στην ειρήνη μεταξύ όλων των λαών. Μαζί υψώνουμε ένθερμα τη φωνή μας επικαλούμενοι το δώρο της ειρήνης από τον Θεό προς τον κόσμο μας.Είναι τραγικό ότι, σε πολλές περιοχές του κόσμου μας, οι συγκρούσεις και η βία εξακολουθούν να καταστρέφουν τόσο πολλές ζωές. Απευθύνουμε έκκληση σε εκείνους που φέρουν την αστική και την πολιτική ευθύνη να πράξουν καθετί δυνατό ώστε να διασφαλισθεί ότι θα παύσει αμέσως η τραγωδία των πολέμων, και ζητούμε από όλους τους ανθρώπους καλής θελήσεως να υποστηρίξουν την παράκλησή μας. Απορρίπτουμε ιδίως οποιανδήποτε χρήση της θρησκείας και του ονόματος του Θεού προς δικαιολόγηση της βίας. Πιστεύουμε ότι ο αυθεντικός διαθρησκειακός διάλογος, μακράν του να αποτελεί αιτία συγκρητισμού και σύγχυσης, είναι ουσιώδης για τη συνύπαρξη λαών με διαφορετικές παραδόσεις και πολιτισμούς. Έχοντας κατά νου την 60ή επέτειο της Διακήρυξης Nostra Aetate, παροτρύνουμε όλους τους άνδρες και τις γυναίκες καλής θελήσεως να εργασθούν από κοινού προς οικοδόμηση ενός δικαιότερου και πιο υποστηρικτικού κόσμου και να μεριμνήσουν για την κτίση, την οποία μας εμπιστεύθηκε ο Θεός. Μόνο κατ’ αυτό τον τρόπο μπορεί η ανθρώπινη οικογένεια να υπερβεί την αδιαφορία, την επιθυμία για κυριαρχία, την απληστία της κερδοσκοπίας και την ξενοφοβία. Επικαλούμεθα επί εκάστου μέλους της ανθρωπίνης οικογενείας πάσαν χάριν και ευλογίαν, «ἵνα παρακληθῶσιν αἱ καρδίαι αὐτῶν, συμβιβασθέντων ἐν ἀγάπῃ καὶ εἰς πάντα πλοῦτον τῆς πληροφορίας τῆς συνέσεως, εἰς ἐπίγνωσιν τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ», ο Οποίος είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός (Κολ. 2,2).

Εκ Φαναρίου, 29η Νοεμβρίου 2025












Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2025

Εισήγηση Μητροπολίτου Ν. Ιωνίας Γαβριήλ στο Β΄Δ.Ε. ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ "ΘΕΟΛΟΓΙΑ"

  



Β΄ ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

«Ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία καὶ ἡ ὀντολογία τῆς τεχνολογίας: ἀνθρωπολογικές, πολιτικές, οἰκονομικές, κοινωνικὲς καὶ πολιτισμικὲς συνέπειες» Θεσσαλονίκη, 29 Σεπτεμβρίου - 1 Ὀκτωβρίου 2025

«Ἡ ὀντολογία τῶν Μέσων Κοινωνικῆς Δικτύωσης καὶ ἡ δυνατότητα διδαχῆς τοῦ Εὐαγγελίου»

Εισαγωγή

Ὅπως δηλώνει ὁ ἴδιος ὁ ὅρος, ὀντολογία εἶναι ὁ λόγος περί τοῦ ὄντος. Ο όρος καθιερώνεται στήν φιλοσοφία τού 17ου-18ου αἰῶνος (Glauberg, Wolff), παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἀριστοτέλης της εἶχε ἤδη προσδώσει ένα ξεχωριστό νόημα, χωρίς νά χρησιμοποιεῖ ὁ ἴδιος τόν ὅρο, δηλαδή ὡς τῆς ἐπιστήμης τοῦ «ὄντος καθ’ ὅ ὡς ὄντος», ὡς τοῦ εἶναι καί τοῦ οἷον εἶναι, μέσα ἀπό τή διάκριση πρώτης καί δευτέρας οὐσίας, δηλαδή τής πρώτης οὐσίας, πού εἶναι τό συγκεκριμένο ὄν, καί της δεύτερης οὐσίας, πού εἶναι τό γενικό καί καθολικό ὄν.

Τό ὀντολογικό αυτό ἐρώτημα ἀπασχόλησε καί τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἀναζήτησαν τήν ἀλήθεια ὄχι ἔξω ἀπό τόν χρόνο καί τήν ὕλη, ἀλλά ἐν Χριστῷ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τήν ἀλήθεια τῶν ὄντων καί τό πλήρωμά τους στά ἔσχατα (Μάξιμος Ὁμολογητής). Σήμερα, ὁ ὀντολογικός προβληματισμός ἐπεκτείνεται καί στόν ψηφιακό κόσμο. Τό «εἶναι» τῶν Μέσων Κοινωνικῆς Δικτύωσης δέν περιορίζεται σέ μία τεχνική πλατφόρμα, ἀλλά συγκροτεῖται ὡς νέος ἀνθρωπολογικός τόπος, ὅπου ὁ ἄνθρωπος διαμορφώνει ταυτότητα καί συνάπτει σχέσεις. Ἡ ἀλήθεια ὅμως αὐτῶν τῶν σχέσεων κρίνεται ἀπό τό ἐάν ὑπηρετοῦν τήν πραγματική κοινωνία προσώπων ἢ μένουν σέ εἰκονικὲς μορφές.

Ἡ σημασία τῶν ΜΚΔ στή σύγχρονη ζωή: Δέν εἶναι μόνο τεχνικά ἐργαλεία, αἀλλά χώροι ὕπαρξης, ἐπικοινωνίας καί ταυτότητας. Σύνδεση μέ τό ἐρώτημα: πώς μποροῦν τά ΜΚΔ νά γίνουν ὄχι ἁπλῶς μέσο πληροφόρησης, ἀλλά χώρος διδαχῆς τοῦ Ευαγγελίου;

Α. Ἡ ὀντολογία τῶν Μ.Κ.Δ.

Ψηφιακή ὕπαρξη: Τό «εἶναι» τῶν χρηστῶν δέν περιορίζεται στόν φυσικό κόσμο, ἀλλά ἐκτείνεται σέ ἕναν «ψηφιακό τόπο», ὅπου ἡ παρουσία του καταγράφεται, προβάλλεται καὶ διαμορφώνεται.

Ἡ ψηφιακή ταυτότητα γίνεται μιᾶς μορφῆς προέκταση τῆς προσωπικῆς ὑπάρξεως, ὅχι μόνον ὡς ἀνταλλαγή πληροφοριῶν, ἀλλά καί ὡς «εικονική πραγματικότητα» τοῦ προσώπου. Αὐτό δείχνει πῶς ὁ ἄνθρωπος τείνει νά δημιουργήσει πολλαπλές ἐκφράσεις τοῦ εἶναι του, ποὺ ὅμως δέν εἶναι πάντα ταυτόσημες μέ τήν πραγματικὴ του ζωή.Στήν Ὀρθόδοξη Θεολογία, τὸ πρόσωπο δέν ταυτίζεται μὲ τὴν εικόνα πού προβάλλει, ἀλλὰ μέ τὴν ἀληθινή σχέση τον μέ τὸν Θεό καὶ με τὸν ἄλλον.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει· «ἡ ζωὴ ὑμῶν κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ» (Κολ. 3,3). Ἡ ταυτότητα τοῦ πιστοῦ δέν ἀποκαλύπτεται πλήρως σέ ἕναν ψηφιακό καθρέφτη, ἀλλὰ στήν κοινωνία μέ τόν Χριστό, ὅπου ἀναφαίνεται ἡ ἀλήθεια τῆς ὑπάρξεως.

Σχέση – ὑπαρξιακή διάσταση 

Ἡ ὀντολογία τῶν ΜΚΔ στηρίζεται στή «σχέση» καί τήν «δικτύωση». Ὁ ἄνθρωπος ἀναζητεῖ νά εἶναι «συνδεδεμένος».H ψηφιακὴ σχέση μένει πολλές φορές ἐπιφανειακή, ἀποσπασματική, καί μπορεῖ νά δημιουργήσει φαινομενικὴ κοινωνία χωρὶς γνήσια προσωπική ἐμπλοκή. Πρόκειται γιὰ ἕναν κίνδυνο ἀποπροσωποποίησης, ὅπου τό «πρόσωπο» γίνεται «προφίλ» καί ἡ σχέση «ἐπαφή».

Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία διδάσκει ὅτι ἡ ὕπαρξη δέν ὑπάρχει ἀυτοτελῶς, ἀλλὰ θεμελιώνεται στήν κοινωνία μέ τόν Θεό καί τόν ἄλλον.

Ὁ ίδιος ὁ Χριστός ὑπογραμμίζει· «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις» (Ἰω. 13,35).

Ἡ ἀγάπη καί ἡ κοινωνία εἶναι ἡ ἀληθινὴ ὀντολογικὴ διάσταση τοῦ προσώπου, καί ὄχι ἡ τεχνητὴ ἐγγύτητα ποὺ ἐνίοτε προσφέρει τό διαδίκτυο.

Χρόνος καὶ μνήμη

Τά ΜΚΔ δημιουργοῦν ἕνα «αἰώνιο παρόν». Ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σέ συνεχή ἐνημέρωση, ἄμεση ἐπικοινωνία, καί ἀέναη ῥοὴ πληροφορίας. Ὁ χρόνος γίνεται ἐπικαιρότητα, ἐνώ ἡ μνήμη ἀποθηκεύεται ψηφιακά, χωρίς ἐσωτερικὴ ἐπεξεργασία.

Ἡ ταχύτητα τοῦ «στιγμιαίου» ἐγκλωβίζει τήν ὕπαρξη σέ ἕναν παρόντα χρόνο, ἀκυρώνοντας τήν προοπτική τοῦ μέλλοντος.

Ἡ χριστιανικὴ ζωή ὅμως δέν περιορίζεται στό πρόσκαιρο. Ὁ Απ. Παῦλος μας λέγει: «καὶ οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ ὡς μὴ καταχρώμενοι· παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου». (Α΄ Κορ. 7,31). Ὁ χρόνος ἀποκτᾷ ἀληθινό νόημα μόνο σέ σχέση μέ τά ἔσχατα, μέ τήν ἐλπίδα τῆς Βασιλείας.

Ἡ μνήμη δέν εἶναι ἀποθήκη δεδομένων, ἀλλά λειτουργικὴ ἀνάμνηση, ὅπως στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας: «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» (Λουκ. 22,19). Ἐκεῖ ὁ χρόνος μεταμορφώνεται σέ σωτηριολογική ἐμπειρία.

Σώμα – ἀσώματη παρουσία

Στόν ψηφιακὸ κόσμο ἡ ἐπικοινωνία γίνεται χωρὶς σωματικότητα. Ὁ ἄνθρωπος «παρίσταται» μέ λόγια, εἰκόνες καί δεδομένα.

Αὐτό ἐγείρει ἀνθρωπολογικὰ ἐρωτήματα: μπορεῖ νά ὑπάρξει ἀληθινὴ σχέση χωρίς τό σῶμα;

Ἡ ἀποσωματοποίηση ὁδηγεῖ σέ μιὰ ἐικονικὴ κοινωνία, ποὺ στερεῖται τῆς ἐνσώματης ἐμπειρίας τοῦ ἄλλου.

Ἡ χριστιανικὴ πίστη ἀντιπαραβάλλει στο φαινόμενο αυτό το γεγονός τῆς ἐνανθρωπήσεως. Ὁ Θεός Λόγος «σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰω. 1,14).

Τό σῶμα ἔχει σωτηριολογικὴ σημασία: δέν εἶναι ἐμπόδιο ἀλλὰ ὁδός σωτηρίας.

Στήν ἐκκλησιαστικὴ ζωή ἡ παρουσία τοῦ σώματος (στήν προσευχή, τήν κοινή λατρεία, τά μυστήρια) ἀποτελεῖ ἀναγκαῖο στοιχεῖο κοινωνίας.

Ἡ ἀσώματη παρουσία τῶν ΜΚΔ μπορεῖ νά βοηθᾷ τήν ἐπικοινωνία, ἀλλά δέν δύναται νά ἀντικαταστήσει τήν ἐνσώματη κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας.

Β. Δυνατότητα διδαχῆς τοῦ Εὐαγγελίου

1. Θετική προοπτική

Τὰ Μέσα Κοινωνικῆς Δικτύωσης μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ὡς μὶα νέα «ἀγορά», ἕνας χώρος δημόσιας συνάντησης τῶν ἀνθρώπων, ἀναλογικῶς μὲ τὸν ἱερό βράχο τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅπου ὁ Ἀπόστολος Παῦλος κήρυξε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ (Πραξ. 17,22-23).

Μέσα σὲ αὺτό τὸ ψηφιακό περιβάλλον, ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ διαδώσει τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου σὲ παγκόσμια κλίμακα, ἀγγίζοντας ἀνθρώπους ποὺ διαφορετικά δὲν θὰ εἴχαν ἐπαφή μὲ τὴ διδασκαλία ἤ τὴν ποιμαντική παρουσία της.

Τὰ Μέσα Κοινωνικῆς Δικτύωσης προσφέρουν τὴ δυνατότητα διάδρασης καὶ συζήτησης, ἐνισχύοντας τὸν χαρακτήρα τοῦ Εὐαγγελίου ὡς ζωῆς καὶ ὄχι ἁπλά ὡς πληροφορίας.

2. Ποιμαντική λειτουργία

Ἡ παρουσία τοῦ κληρικοῦ (Ποιμένος) στὸν ψηφιακό χώρο δὲν περιορίζεται στὴν πληροφόρηση, ἀλλά λειτουργεῖ ὡς ζωντανή μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως λέγει ὁ Χριστός: «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις» (Ιω. 13,35).

Ὁ ψηφιακός χώρος ἐπιτρέπει τὴν ἐπαφή μὲ ἀπομακρυσμένους, ἀποξενωμένους ἤ ἀνθρώπους ποὺ δὲν συμμετέχουν στὸν φυσικό χώρο τῆς Ἐκκλησίας, προσφέροντας ἕναν νέο τόπο ποιμαντικῆς παρουσίας καὶ πνευματικῆς καθοδήγησης. Μέσα ἀπὸ στοχευμένο καὶ ὑπεύθυνο περιεχόμενο, ὁ κληρικός-Ποιμένας μπορεῖ νὰ δημιουργήσει σχέσεις ἐμπιστοσύνης καὶ κοινότητας, ἀκόμη καὶ χωρίς τὴ φυσική παρουσία.

3. Ὅρια καὶ προκλήσεις

Παρά τις δυνατότητες, ὑπάρχει ὁ κίνδυνος εκκοσμικεύσεως τοῦ Ευαγγελίου, ὅταν τὸ μήνυμα μετατρέπεται σὲ προϊόν ἐπικοινωνίας ποὺ ἀκολουθεῖ τήν λογική τῆς ταχύτητας ἤ τοῦ ἐντυπωσιασμοῦ. Ἡ ψηφιακή παρουσία δὲν δύναται νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὴν μυστηριακή καὶ τήν κοινοτική διάσταση τοῦ Εὐαγγελίου. Τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου δὲν εἶναι μόνο πληροφορία, ἀλλά ζωή ποὺ βιώνεται μέσα στή λατρεία καί τὴν κοινότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ χρήση τῶν Μέσων Κοινωνικῆς Δικτύωσης πρέπει νὰ ὑπακούει στὴν οὐσία καί τὴν ἀποστολή τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ ὄχι τὸ ἀντίστροφο.

4. Κριτήρια χρήσης

Ἡ ὑπεύθυνη χρήση των Μέσων Κοινωνικῆς Δικτύωσης ἀπαιτεῖ διάκριση μεταξύ τῶν μέσων καὶ τῶν σκοπῶν. Τὰ ψηφιακά ἐργαλεία δὲν πρέπει νὰ ὑπαγορεύουν τὸν τρόπο τοῦ κηρύγματος. Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν προσαρμόζεται στὴν ταχύτητα καὶ στὴ λογική τῶν Μέσων Κοινωνικῆς Δικτύωσης, ἀλλά τὰ ΜΚΔ μποροῦν νὰ γίνουν ὄργανα διακονίας του, ὑποστηρίζοντας τὴν πνευματική ἐπικοινωνία, τήν διδασκαλία καὶ τὴν διάδοση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὁ χρήστης, εἰδικά ο κληρικός - Ποιμένας, καλεῖται νὰ διαφυλάσσει τὴν ἀλήθεια, τὴν πνευματική ἀκεραιότητα καὶ τὴν κοινότητα, ὥστε τὸ ψηφιακό περιβάλλον νὰ λειτουργεῖ ὡς γέφυρα πρὸς τὴν Ἐκκλησία καὶ ὄχι ὡς αὐτοσκοπός.

Προτάσεις

Διάκριση στὴ χρήση τῶν Μέσων Κοινωνικῆς Δικτύωσης

Ἡ Ἐκκλησία δὲν πρέπει νὰ ἀπορρίπτει τὸν ψηφιακό κόσμο, ἀλλά νὰ τὸν προσεγγίζει μὲ διάκριση καὶ ὑπευθυνότητα. Ὁ Χριστός είπε στοὺς μαθητές Του: «Γίνεσθε φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καὶ ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί» (Μτ. 10,16). Το χωρίο αυτό αποτελεί κατευθυντήριο ὁδηγό γιὰ τὴ χρήση τῶν Μέσων Κοινωνικῆς Δικτύωσης: χρειάζεται σύνεση, ὥστε νὰ μήν ὑποκύπτουμε στὴ λογική τοῦ ἐντυπωσιασμού, τῆς ὑπερπληροφόρησης ἤ τῆς διαστρέβλωσης, ἀλλά καὶ καθαρότητα προθέσεων, ὥστε τὸ μήνυμα νὰ διατηρεῖ τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἡ διάκριση δὲν σημαίνει φόβο ἤ ἀποχή, ἀλλὰ ὑπεύθυνη ἀξιοποίηση τῶν μέσων, μὲ σαφή διάκριση ἀνάμεσα στό μέσο καὶ στὸ σκοπό.

Τὰ Μέσα Κοινωνικῆς Δικτύωσης ὡς ὄργανα διακονίας, όχι υποκατάστατα τῶν ἱ. Μυστηρίων

Τὰ Μέσα Κοινωνικῆς Δικτύωσης μποροῦν νὰ ὑπηρετήσουν οὐσιαστικά τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, μόνο ἐφόσον παραπέμπουν σὲ μία ζωντανή κοινότητα πίστεως καὶ δὲν λειτουργοὺν ὡς ὑποκατάστατο τῶν Μυστηρίων. Ἡ πίστη δὲν μεταδίδεται μόνο μὲ λέξεις, ἀλλά κυρίως μέσα ἀπὸ τὴ μυστηριακή ζωή, τὴν κοινή λατρεία, τὴν ἐμπειρία τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἐάν τὰ Μέσα Κοινωνικῆς Δικτύωσης μείνουν σὲ ἐπίπεδο πληροφορίας, ὑπάρχει ὁ κίνδυνος τὸ Εὐαγγέλιο νὰ παρουσιασθεῖ ὡς ἁπλή ἰδεολογία. Ἀντίθετα, ἐάν λειτουργήσουν ὡς γέφυρα ποὺ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἐκκλησιαστική κοινότητα, τότε γίνονται ἐργαλεῖο διακονίας.

Ὁ ψηφιακός λόγος χρειάζεται νὰ δείχνει πάντα πρὸς τὴν ἀλήθεια τοῦ ζωντανοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας.

Επίλογος

Ὁ Απόστολος Παύλος διδάσκει: «Οὐ γὰρ ἐπαισχύνομαι τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ· δύναμις γὰρ Θεοῦ ἐστίν εἰς σωτηρίαν παντὶ τῳ πιστεύοντι» (Ρωμ. 1,16). Αὐτὸ ὑπενθυμίζει ὅτι ἡ δύναμη δὲν βρίσκεται στὸ μέσο, ἀλλὰ στὸ ἴδιο τὸ Εὐαγγέλιο.Ἡ Ἐκκλησία μπορεὶ νὰ χρησιμοποιεῖ τὰ Μέσα Κοινωνικῆς Δικτύωσης, ἀλλά ἡ ζωντανή παρουσία της δὲν ἐξαντλεῖται σὲ ψηφιακούς διαύλους.

Ἡ μεταμορφωτική δύναμη τοῦ Εὐαγγελίου παραμένει ἀναλλοίωτη, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ πλαίσιο στὸ ὁποῖο ἀκούγεται. Τὸ ζητούμενο δέν εἶναι νὰ προσαρμόσουμε τὸ μήνυμα στὰ δεδομένα τοῦ ψηφιακοῦ κόσμου, ἀλλὰ νὰ τὸ μαρτυρήσουμε μὲ παρρησία καὶ ἀλήθεια.

Μεταμόρφωση τοῦ ψηφιακοῦ τόπου

Ἡ Ἐκκλησία καλεῖται νὰ ἀντιμετωπίσει τὸν ψηφιακό τόπο ὄχι ὡς ἀπειλή, ἀλλά ὡς ευκαιρία γιὰ μαρτυρία καὶ γιὰ δημιουργία ἀληθινῆς κοινωνίας.

Ὅπως ἡ θεία Χάρη μεταμορφώνει τὴν ὕλη (νερό, ψωμί, κρασί, λάδι) σὲ φορέα σωτηρίας, ἔτσι καὶ ὁ ψηφιακός χώρος μπορεῖ νὰ μεταμορφωθεῖ, ὅταν χρησιμοποιείται μὲ προσευχή, διάκριση καὶ ἀλήθεια, σὲ εὐκαιρία κοινωνίας καὶ κηρύγματος.





Φωτο: Χρήστος Μπόνης

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2025

Ομιλία Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου στην Ροτόντα Θεσσαλονίκης

 



 Ὁμιλία τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου κατά τήν χοροστασίαν εἰς τόν Ἱερόν Ναόν Ἁγίου Γεωργίου Ροτόντας 

(Θεσσαλονίκη, 28 Σεπτεμβρίου 2025)

Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Θεσσαλονίκης, λίαν ἀγαπητέ ἀδελφέ καί συλλειτουργέ τῆς ἡμῶν Μετριότητος κ. Φιλόθεε,

Λοιποί ἅγιοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι καί πάντες οἱ τοῦ ἱεροῦ καταλόγου,

Ἐξοχώτατοι, 

Ἐντιμότατοι Ἄρχοντες τοῦ τόπου,

Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες Ὀφφικιάλιοι,

Εὐλογημένε λαέ τοῦ Θεοῦ!

Μέ συγκίνησιν καί χαράν εὑρισκόμεθα διά μίαν εἰσέτι φοράν εἰς τήν περιλάλητον Νύμφην τοῦ Θερμαϊκοῦ, τήν πόλιν τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Καβάσιλα, τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης, τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ καί τόσων ἄλλων μεγάλων Ἁγίων.  Ἡ σύγκλησις τοῦ Β’ Διεθνοῦς Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου τοῦ περιοδικοῦ «Θεολογία» μέ κεντρικόν θέμα: «Ἡ Ὀρθόδοξος Θεολογία καί ἡ ῾ὀντολογία᾿ τῆς τεχνολογίας» ἀπό τῆς αὔριον ἕως καί τῆς 1ης προσεχοῦς Ὀκτωβρίου, μᾶς ἔδωσε τήν ὡραίαν εὐκαιρίαν νά εὑρεθῶμεν καί πάλιν μαζί, νά συμπνευματισθῶμεν, νά συμπροσευχηθῶμεν, νά συσκεφθῶμεν καί νά ἀπολαύσωμεν ἀλλήλους ἐν χάριτι Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί ἐλθόντες κομίζομεν τήν εὐλογίαν τῆς Μητρός Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, γενετείρας τόσον τοῦ μεγίστου ποιμένος τῆς πόλεως καί κορυφαίου Θεολόγου Πατρός Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὅσον καί τοῦ διαπρεπεστάτου ἑτέρου ποιμενάρχου Ἁγίου Εὐσταθίου. Κωνσταντινούπολις καί Θεσσαλονίκη ἀπό ἡμερῶν ἀρχαίων ἦσαν καί εἶναι συγκοινωνοῦντα δοχεῖα εὐσεβείας, ὀρθοδόξου πνευματικότητος, ἑλληνικῆς παιδείας, τιμαλφῶν παραδόσεων τοῦ Γένους καί πολυκυμάντου ἱστορίας. Ὁ Βόσπορος πάντοτε εὐλογεῖ τόν Θερμαϊκόν, τό Φανάριον προσεύχεται ὑπέρ τῶν τέκνων τῆς ἀρχαιοτέρας καί ἄνευ διακοπῶν ζωῆς πόλεως τῶν Βαλκανίων! Πολύ σᾶς ἠγάπησεν ὁ θεοκῆρυξ Παῦλος, αἱ δέ δύο πρός Θεσσαλονικεῖς Ἐπιστολαί του μαρτυροῦν τό ἔνθεον ἐνδιαφέρον του διά τόν πνευματικόν καταρτισμόν καί τήν ἐν Χριστῷ προκοπήν καί σωτηρίαν σας! Ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία δέν θά παύσῃ νά κηρύττῃ: «Μείνατε ἐν οἷς ὑπό τοῦ Παύλου ἐμάθετε καί ἐπιστώθητε», ἀγαπητοί Θεσσαλονικεῖς. Ἐνδύσασθε τήν σώζουσαν Ὀρθόδοξον πίστιν καί διδασκαλίαν καί φιλοτιμεῖσθε νά διαπρέπετε εἰς ἔργα Ὀρθοπραξίας, εἰς ἔργα ἁγιασμοῦ καί σωτηρίας, εἰς ἔργα φιλογενείας καί πνευματικῆς προόδου!

Εἶναι ἡ πρώτη φορά πού Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐν ἐνεργείᾳ χοροστατεῖ εἰς τόν ἱστορικόν τοῦτον Ναόν Ροτόντας τόν πάλαι μέν ἐπ᾿ ὀνόματι τῶν Ἁγίων Ἀσωμάτων Δυνάμεων σεμνυνόμενον, ἀπό δέ τοῦ 1912 καί ἐντεῦθεν, μετά τήν ἀπελευθέρωσιν τῆς πόλεως, ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ λαοφιλεστάτου Μεγαλομάρτυρος Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, προστάτου καί ἐφόρου καί ἡμῶν ἐν Φαναρίῳ. 

Τό ρωμαϊκόν τοῦτο οἰκοδόμημα τοῦ συγκροτήματος τῶν κτισμάτων τοῦ Αὐτοκράτορος Γαλερίου μετηνέχθη εἰς χρῆσιν ἐκκλησιαστικήν, ὡς Ναός πλέον, ἐπί Θεοδοσίου Α’ τοῦ Μεγάλου, ὁ δέ ἀρχαῖος αὐτοῦ ἄμβων εὑρίσκεται σήμερον εἰς τό Μουσεῖον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Κατά τόν ΙΣΤ’ αἰῶνα ὑπῆρξεν ὁ Μητροπολιτικός Ναός τῆς πόλεως καί ἔκτοτε ἔμεινε γνωστός ὡς «ἡ παλαιά Μητρόπολις». Τό ὅτι σήμερον, ὡς Μνημεῖον Παγκοσμίου Κληρονομίας τῆς UNESCO, λογίζεται περισσότερον ὡς μουσειακός χῶρος καί ἡ λειτουργική αὐτοῦ χρῆσις εἶναι, δυστυχῶς, λίαν περιωρισμένη, δέν μειώνει τό παράπαν τόν σεβασμόν, τήν εὐλάβειαν καί τήν ἀγάπην μας πρός τήν Ροτόντα, ἡ ὁποία εἰς αἰῶνας διατηρεῖ τήν ἱερότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς χρήσεως ὡς τόπος ἁγιάσματος τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ὡς τόπος καταρτισμοῦ χριστιανικοῦ καί ἁγιασμοῦ χιλιάδων ψυχῶν!

Τά ἐναπομείναντα ἀποσπάσματα τῶν περιφήμων ψηφιδωτῶν μέ τούς παλαιούς Ἁγίους καί Μάρτυρας, τούς ἐπί Διοκλητιανοῦ καί Μαξιμιανοῦ, καθώς καί ἡ ἀπεικόνισις τῆς Θείας Ἀναλήψεως εἰς τήν κόγχην τοῦ Ἱεροῦ, δίδουν ἀνάγλυφα στοιχεῖα τῆς σχέσεως τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας καί τῆς «ὀντολογίας» τῆς τεχνολογίας καί τῆς τέχνης τῶν ἀρχῶν καί τῶν μέσων τοῦ Ε’ χριστιανικοῦ αἰῶνος. Λειτουργούμενοι καί προσευχόμενοι σήμερον ἐδῶ καί ὑψοῦντες τό ὄμμα εἰς ὅ,τι ἀπέμεινε ἀπό τάς ὡραίας συνθέσεις, δοξάζομεν τόν τοῦ Κάλλους ἀρχηγέτην καί Δημιουργόν Θεόν καί παρακαλοῦμεν τόσον τούς Ἁγίους Ἀσωμάτους ὅσον καί τόν Τροπαιοφόρον Γεώργιον νά στηρίζουν τόν ἄξιον και αξιαγάπητον ποιμενάρχην τῆς πόλεως εἰς τόν καταρτισμόν τῶν πιστῶν καί εἰς τήν αὔξησιν τοῦ πνευματικοῦ ἀμητοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῶν Θεσσαλονικέων! Εἰς ἀνάλογον ἔργον πρόθυμοι ἵστανται πάντοτε τόσον οἱ προκάτοχοί του Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί Εὐστάθιος, ὅσον καί ὁ πολύς τά θεῖα Νικόλαος ὁ Καβάσιλας, ἀλλά καί ὁ Θεσσαλονικεύς μέγας ἐν Πατριάρχαις Κωνσταντινουπόλεως, ὁμώνυμος του αδελφού Μητροπολίτου, Ἅγιος Φιλόθεος ὁ Κόκκινος, ὁ Ἅγιος Θεωνᾶς Θεσσαλονίκης, νέος κτήτωρ τῆς Πατριαρχικῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, καί σύμπασα ἡ πληθύς τῶν Ἁγίων τῆς περιοχῆς. 

Εἰς τό εὐαγγελικόν ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς Α’ Λουκᾶ ἠκούσαμεν τήν προτροπήν τοῦ Κυρίου: «Ἐπανάγαγε εἰς βάθος καί χαλάσατε τά δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν» (Λουκ. ε’, 4). Ἡ ἐποχή μας εἶναι ἐποχή τῆς ἐπιφανείας! Τοῦ φαίνεσθαι! Τῶν ἐπιπολαίων κρίσεων! Τῶν προχείρων ἀποφάσεων! Τῆς κενολόγου πολυλογίας! Τῆς τύρβης καί τοῦ περισπασμοῦ περί τά δευτερεύοντα, τά ρέοντα, τά παρερχόμενα, τά πρός ὀλίγον ἄν μή πρός μηδέν χρήσιμα. Ὅλη αὐτή ἡ κατάστασις ἀτελέσφορος, ἄκαρπος καί ἀσυντελής καθ᾿ ἑαυτήν, πληροῖ ἄγχους καί ἀβεβαιότητος τόν σύγχρονον ἄνθρωπον. Τά καίρια, τά λυσιτελῆ, τά ὑγιῆ, τά θεοφιλῆ, τά ὄντως χρήσιμα καί ὠφέλιμα εὑρίσκονται εἰς τό βάθος! Εἰς τό βάθος τῆς καρδίας! Εἰς τό βάθος τοῦ στοχασμοῦ! Εἰς τό βάθος τοῦ νοῦ! Εἰς τό βάθος τῆς σιωπῆς! Εἰς τό βάθος τῆς ἡσυχίας! Εἰς τό βάθος τῆς προσευχῆς! Εἰς τό βάθος τῆς θείας μελέτης καί ἀναζητήσεως τῶν σεμνῶν καί σωτηριωδῶν! Ἐκεῖ λοιπόν μᾶς καλεῖ σήμερον ὁ Χριστός! Νά εἰσέλθωμεν εἰς τό «ταμιεῖον» μας! Νά ἐστιάσωμεν τόν ὀφθαλμόν εἰς τά ἐσώτατα τῆς καρδίας καί τῶν λογισμῶν! Εἰς τά ὑπαρξιακά κενά τῆς ψυχῆς μας! 

Ἄν ἄλλοι ὡμίλησαν περί «ψυχολογίας τοῦ βάθους», περί «ὑποσυνειδήτου» καί «ἀσυνειδήτου», καί ἐπεδόθησαν εἰς φιλοτίμους, ἐνδεχομένως, προσπαθείας νά ἀνεύρουν ἐκεῖ τήν ρίζαν τῆς ἀνθρωπίνης κακοδαιμονίας καί δυστυχίας, οἱ καθ᾿ ἡμᾶς Πατέρες, καί μάλιστα οἱ Νηπτικοί, καί τά φιλοκαλικά συγγράμματά των, μᾶς δίδουν ἀσφαλῆ τρόπον καί ὁδόν νά γνωρίσωμεν τόν ἑαυτόν μας εἰς βάθος καί νά ἀναζητήσωμεν ἁγιοτρόπως καί ἁγιοπνευματικῶς τήν ἴασιν καί θεραπείαν, τήν ἕνωσιν τῶν κατακερματισμένων δυνάμεων τῆς ψυχῆς, τόν φωτισμόν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Ἡ σωτήριος Χάρις εὑρίσκεται εἰς τήν εἰς βάθος μυστικήν ἐργασίαν καί τήν ἱεράν ἡσυχίαν. Καί ἀσφαλῶς δέν ἀποτελεῖ ἀποκλειστικόν προνόμιον τῶν μοναχῶν καί ἐρημιτῶν, ἀλλά καί τῶν ἐν τῇ ἐρημίᾳ τῶν συγχρόνων πόλεων διψώντων τήν ζωήν εὐσεβῶν Χριστιανῶν. Μέ τήν βοήθειαν καί καθοδήγησιν πεφωτισμένου πνευματικοῦ πατρός, κάθε χριστιανός δύναται νά «ἐπαναγάγῃ εἰς βάθος» καί νά ζωγρήσῃ πλῆθος ἰχθύων πολύ, καρπούς ἁγιασμοῦ καί σωτηρίας! 

«Ἰδού νῦν καιρός εὐπρόσδεκτος, ἰδοῦ νῦν ἡμέρα σωτηρίας», ὅπως μᾶς εἶπε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἰς τό ἐκ τῆς Β’ πρός Κορινθίους Ἐπιστολῆς ἀπόσπασμα πού ἀνεγνώσθη προ ολίγου (στ΄, 3). Ἡμεῖς δέ πατρικῶς καί ἐν ἀγάπῃ ἀνυποκρίτῳ «συνεργοῦντες παρακαλοῦμεν μή εἰς κενόν τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ δέξασθαι ὑμᾶς», πάλιν κατά τόν Θειότατον Παῦλον (Β’ Κορ. στ’, 1)! Καί ἔχετε διά μέσου τῶν αἰώνων πολλήν χάριν δεχθῆ οἱ Θεσσαλονικεῖς παρά Θεοῦ! Οἱ πολλοί Ἅγιοι, αἱ πολλαί ἀρχαῖαι ἐκκλησίαι, ὅπως αὕτη τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἡ τοῦ πολιούχου πανευκλεής βασιλική -τό «Μαρτύριον» τοῦ Ἁγίου Δημητρίου-, ἡ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, ἡ τῆς Παναγίας τῶν Χαλκέων, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, ἡ Ἀχειροποίητος καί τόσαι ἄλλαι, ἡ σεβασμία Μονή τῶν Βλατάδων καί πλεῖστα ἄλλα ἱερά καθιδρύματα, ὅλοι, ὅλαι, ὅλα βεβαιοῦν τήν πλουσίαν ἐνέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν τοῖς καθ᾿ ὑμᾶς! Ἀξιοποιήσατε λοιπόν δεόντως αὐτήν τήν μοναδικήν κληρονομίαν σας!

Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Ἐτελέσαμεν σήμερον ἐν κατανύξει τό τεσσαρακονθήμερον μνημόσυνον τοῦ μακαριστοῦ Ἄρχοντος Διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας καί καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης Χρυσοστόμου Σταμούλη.  Ὁ ἐκλιπών προσέφερε πάμπολλα καί λίαν σημαντικά εἰς τήν Θεολογίαν. Μέ εὐαίσθητον αἰσθητήριον διά τήν αὐθεντικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, προέβαλε διά τῆς διδασκαλίας του, διά τῶν ὁμιλιῶν, τῶν διαλέξεων καί τοῦ πλουσίου συγγραφικοῦ του ἔργου, μέ ἰσχυράν ἀπήχησιν, τάς οἰκουμενικάς ἀξίας, τό φιλοκαλικόν ἦθος, τήν ἐπίκαιρον ὑπαρξιακήν, ἀνθρωπολογικήν, κοινωνικήν καί κοσμολογικήν σοφίαν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὑμνητής τοῦ «πολιτισμοῦ τῆς σάρκωσης», εἰργάσθη εὐκάρπως διά τήν ἔξοδον τῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν κοινωνίαν καί τήν συμβολήν της εἰς τήν ἐν Χριστῷ μεταμόρφωσιν τοῦ κόσμου. Ἡ ὅλη προσπάθειά του ἐτρέφετο ἀπό τήν βεβαιότητα ὅτι, ὅπως κάθε ἱστορική περίοδος, οὕτω καί ἡ σύγχρονος ἐποχή εἶναι μοναδική πρόκλησις, «καιρός» διά τήν βίωσιν καί ἐξαγγελίαν τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ «διαλεγομένη» θεολογία τοῦ μακαριστοῦ καθηγητοῦ ἦτο ἀποτύπωμα μιᾶς δυναμικῆς προσωπικότητος, μέ βαθείας ρίζας εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν ζωήν καί μέ ἀκλόνητον βεβαιότητα ὅτι ὁ σαρκωθείς Θεός Λόγος εἶναι «Θεός ζώντων», πληρώσας τά πάντα ἀνεκλαλήτου χαρᾶς διά τῆς ἐνδόξου Ἀναστάσεως Αὐτοῦ.  Ὁ Χρυσόστομος Σταμούλης ἐσφράγισε καί τόν χῶρον τῆς μουσικῆς, τήν ὁποίαν ἐκαλλιέργησε καί ἀνέδειξε ὡς ἐκφραστικωτάτην θεολογικήν γλῶσσαν. Ἵδρυσε καί διηύθυνε τήν Ὀρχήστραν Νέων Θεσσαλονίκης «Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος», συνειργάσθη δημιουργικῶς μετ᾿ ἀξιολόγων συνθετῶν καί ἑρμηνευτῶν. Ἡ ἐκδημία τοῦ ἀφήνει δυσαναπλήρωτον κενόν καί εἰς τόν χῶρον τοῦ πολιτισμοῦ.  Δεόμεθα τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης καί Κυρίου τῆς δόξης, ὅπως χαρίζηται εἰς τήν ἐρίτιμον σύζυγον καί τά τέκνα τοῦ μακαριστοῦ Χρυσοστόμου τήν ἄνωθεν παρηγορίαν, ἀναπαύῃ δέ τήν ψυχήν αὐτοῦ ἐν Χώρᾳ Ζώντων. Εἴη ἡ μνήμη αὐτοῦ αἰωνία καί ἄληστος! 

Περαίνοντες τόν λόγον, εὐχόμενοι ὑπέρ μακαρίας μνήμης καί ἀναπαύσεως και τοῦ πρό ἔτους κοιμηθέντος ἀοιδίμου ἀδελφοῦ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κυροῦ Ἀνθίμου, παρακαλούμεν πάντας ὑμᾶς νά μνημονεύετε τοῦ σταυροῦ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ποτνίας Μητρός Ἐκκλησίας εἰς τάς προσευχάς σας. Ἱκετεύομεν τόν φιλάνθρωπον Θεόν τοῦ ἐλέους «πλεονάσαι καί περισσεύσαι ὑμᾶς τῇ ἀγάπῃ εἰς ἀλλήλους καί εἰς πάντας» ( Α’ Θεσ. γ, 12). Γένοιτο! 

  





φωτο Νίκος Παπαχρήστου

Η Τιμή των Αγίων Λειψάνων στην Ορθόδοξη Εκκλησία

   Από  την Δογματική του Π.Ν. Τρεμπέλα (στη νέα ελληνική γλώσσα).   1)   Η τιμή προς τους μάρτυρες και τους αγίους εκδηλώθηκε ιδιαιτέρως στ...